Powered by Blogger.

My Instagram

Γιορτάσι, πίσω απ’ την αχλή..!



Πώς μούχε κολλήσει η παραξενιά με τα ονόματα, τόχω θολό. Μπορεί τα ονόματα ν’ αντιλαλούσαν μέσα βαθιά μου, φόντε δεν είχα πάει ακόμα στο σκολειό και δεν είχα ιδεί ονόματα γραμμένα στο χαρτί, να μπορώ να ξετάζω αν είναι όμορφη λέξη στη γραφή της εκείνο ή το άλλο όνομα, αν είναι λέξη δευτερότερη ή παρακατιανή το παράλλο όνομα… Χόρευαν στον άπηχτο νου μου ονόματα σερνικά, ονόματα θηλυκά.
Άλλα ονόματα μ’ άρεγαν όπως αχούσαν μέσα μου, άλλα λιγότερο… Έφκιανα ταιριάσματα με νου μου και λογάριαζα, φέρ’ ειπείν, πως ο Βαγγέλης πρέπει νάναι αψηλός και καλός, ο Μπάκιας είναι χοντρός και με κάνει και σκιάζομαι, η Μαρία είναι όμορφη με μακριά μαλλιά, η Λαμπρινή είναι καλή και γελάει δυνατά, έ δεν ήξερα και πολλά ονόματα τότε… κι αν κάποια στιγμή άκουγα κάνα όνομα παράξενο για ‘με τότε, ας πούμε Χαρίλαος, όπως έλεγαν το μπακάλη της γειτονιάς, νόμιζα πως δεν είναι όνομα κανονικό, παρά μπακαλίστικο παρατσούκλι ή κάτι άλλο, όνομα πάντως όχι…
Είχα φκιάσει σιγά-σιγά ολόκληρο κομπολόϊ μ’ ονόματα κι όλο τόπαιζα μέσ’ στο μικρό μου το κεφάλι..! Ένα όνομα όμως δε μ’ άρεγε, δε μ’ άρεγε επουδενί! Κι ούτε ήθελα να το ακούω κι ούτε να το προφέρνω… Ήτανε το δικό μου τ’ όνομα και το κουβάλαγα σα βάρος… Πως σε λένε; μ’ αρώταγαν οι μεγάλοι που διάβαιναν όξω απ’ τη μάντρα της αυλής κι εγώ κοκκίνιζα από ντροπή και δεν απάνταγα, ότι δεν ήθελα τέτοιο όνομα να βγει απ’ τα χείλη μου… Είνι ντρουπαλός, έλεγαν οι δικοί μου, δεν ξεθάρριψι ακόμα, Γιώργου του λένι του παιδί…
Γιατί μι λένι Γιώργου; δε μ’ αρέσ’, είπα μια μέρα θυμωμένα στους δικούς μου… Δε μας απαρατάς, έτσ’ σι βάφτ’σι ου ν’νός σ’, είπε ο πατέρας, πάει αυτό τιλείουσι, δεν αλλάζ’! Άκ’ ιδώ καμάρι μ’, άρχισε η μάνα, ου ν’νός ου άνθρουπος μι ρώτ’σι, πως τουν έλεγαν τουν πιθιρός κουμπάρα, Γούλα (Γιώργο), τούπα κι μιτά μι ματαρώτ’σι, τουν πατέρα σ’ ισένα πως τουν έλεγαν κουμπάρα, Γιώργου, τούπα. Ε κι ου ν’νός έβγαλι απόφασ’ κι σι βάφτ’σι Γιώργου. Είνι ουραίου τ’ όνουμά σ’, κι τ’ς δυο παπ’λάδις σ’ Γιουργάδις τ’ς έλιγαν…
Συλλογιόμουνα κι απόραγα, άραγες άρεγε στους παπουλάδες μου τ’ όνομά τους; Μα πως νάβρισκα λύση στην απορία μου, αφού κι ο παπούλης ο Γούλας κι παπούλης ο Γιώργος είχανε διαβεί. Έλεγα πάλε μέσα μου, μπορεί και να μην τους καίγονταν καρφί, ότι ίσως δεν τους τριβέλιζαν παραξενιές για τα ονόματα, όπως εμέ τον άγγονά τους. Κι απόκαμα σιγά-σιγά κι είπα τ’ όνομα είναι συμπιβασμός ισόβιος, τ’ όνομα δεν αλλάζει. Κάποιοι βέβαια, αφημένοι στις μόδες που φέρνουν οι αέρηδες, αλλάζουν τ’ όνομά τους! Ας έχουν το λεύτερο..!
Αργότερα, πήρε καιρό, άκουσα γνωστικούς να λένε, ότι το καλό ή το άσκημο όνομα αλλιώς γένεται κι είναι ανάλογο με το ποιος σε πιάνει στο στόμα του και γιατί. Κι αχάει γλυκά και ποθητά ή κι αλλιώτικα ένα όνομα, ανάλογα πως λογαριάζεται το δίκιο κι η ομορφιά… Ετούτο το όνομα το καταχτάς, άλλες φορές δίχως θορύβους κι άλλες φορές με σαματάδες και καπνούς, διαλέγεις..! Αυτό το όνομα δε γιορτάζεται! Αυτό το όνομα, μπορεί νάναι Γιώργος, Βασίλης, Νίκος, Γιάννης, Βίλιας ή οποιοδήποτε άλλο...
Έλαχε το λοιπό σ’ εμέ, όσους χρόνους κουβαλάω την καμπούρα μου, κουβαλάω και το Γιώργος και στους καιρούς τους δύσκολους και στους καιρούς τους λαγαρούς… Μ’ αυτό τ’ όνομα μ’ αγκάλιασαν, μ’ αυτό μ’ έδειραν, μ’ αυτό με κακολόγησαν, μ’ αυτό πήρα τον καλό λόγο, μ’ αυτό έκαμα εχτρούς-αν έκαμα, λογαριάζω νάναι λίγοι και ξεθυμασμένοι τώρα πίσω-πίσω, μ’ αυτό το όνομα απλώνομαι, στις παλιές και στις φρεσκότερες αγάπες, ότι η καρδιά έχει μπόλικο χώρο ακόμα…
Κι αφού τ’ όνομα δεν αλλάζει, θα κουβαλάω το Γούλα και το Γιώργο, όσο σώσω, χρόνια λίγα, χρόνια πολλά, ποιος ξέρει;
Χρονια πολλά Γιώργο, χρονια καλα με υγεία !!!!

No comments