Powered by Blogger.

My Instagram

Νια τσ’γάρα δρόμους…

Έμπαινε στο σπίτι μας, χινόπωρο, ο μπάρπα Στάθης κι αφού άλλαζε τις πρώτες κουβέντες
με τους δικούς μου, άπλωνε αψηλά το χέρι του και τράβαε με προσοχή δυο-τρία φύλλα
καπνό απ’ τα βαντάκια που κρέμονταν απ’ το ταβάνι. Τα φύσαε ψίχα τα φύλλα κι
ύστερα αφού τα μύριζε κάμποσο, τάτριβε στην απαλάμη του κι έβανε τον τριμμένο
καπνό στο τσιγαροχάρτι το ροζ και τόστριβε και το σάλιωνε στην άκρα κι
έφκιανε μια τσιγάρα και την άναβε με το τσακμάκι του.


Και φούμερνε κι έβγανε καπνούς απ’ τη μύτη κι απ’ το στόμα και τήραε τάχα μακριά και τάχα σκέβονταν κι έλεε κι έδωνε γνώμη, άαα είνι καλός ου καπνός φέτου, πουλύ καλός,
ούλου ζάχαρ’. Τήραγα κι εγώ τις άκρες απ’ τα δάχτυλά του όπως κράταγαν την τσιγάρα,
πούχανε κιτρινίσει απ’ τον καπνό και το μουστάκι του που ήτανε καψαλό… 

Είχε και μια καπνοσακούλα πόβανε μέσα κομμένο καπνό και στο απ’ όξω τσεπάκι της τα τσιγαροχάρτια. Και την είχε ολοένα στην τσέπη του την καπνοσακούλα, στο πουκάμισο το καλοκαίρι, στη χλαίνη το χειμώνα. Κι έστριβε και φούμερνε ολούθε, στον καφενέ, στη στράτα, στο χωράφι, στο σπίτι, κοντά στα πράματα, στο γλέντι, στο πένθος. Πάσα στιγμή, η τσ’γάρα είνι συνουδειά, έλεε. Άκοπα έβηχε, μα η τσιγάρα δεν τ’ απόλειπε απ’ το στόμα........ Σαν έσμιγε μ’ άλλονε καπνιστή – σκεδόν όλοι καπνιστές ήτανε τότες- δοκίμαζε ο ένας τον καπνό τ’ αλλουνού να πάρουνε γέψη. Κι έλεε φορές για κατηγόρια, έπγα νια τσ’γάρα απ’ τουν καπνό μιανού διαόλ’, δηλητήριου, α πα πα πα… Κι άλλες φορές έλεε για παίνεμα, έπγα νια τσ’γάρα απ’ τουν καπνό τ’ κουμπάρ’, μέλ(ι)’-πιτμέζ(ι)’…
Άμα ήτανε το φύτεμα, έφκιανε πολλές τσιγάρες αποβραδίς και τις έβανε σ’ αδειανά πακέτα, για να πορέψει όλη τη μέρα ταχιά, να μη χασομεράει τις ώρες πούταν δουλειά και βιάση. Κι είχε μια τσιγάρα στο στόμα αναμμένη και μια στ’ αφτί. Έπιανε από κάποτε και κάνα τραγούδι κι η τσιγάρα καίγονταν από μοναχή της. Κι ως την έβλεπε να κρέμεται στάχτη απ’ τα δάχτυλά του, έλεε, αϊ ετούτ’ πήι χαμέν(η)’, νι πήρι του τραγούδ’. Όπoτε απάνταε κάναν τεμπέλη που δεν έκοβε καπνό και του γύρευε, ο μπάρπα Στάθης τ’ αποκρίνονταν με τα λόγια του βλάχου του τρακαδόρου, έχ’ς χαρτί να τ’λύξου απ’ τουν καπνός σ’; φουτιά έχ’ς πόχ’ς και γέλαε… Ύστερα τούδινε και τούλεε, τιλιυταία βουλά! Άλλ’ βουλά δε ματάχ(ει)’ τσ’γάρα. Άμα δε βρέξ’ς κώλου δεν τρως ψάρ’, συμπλήρωνε. Κι άμα έπεφτε σε κουβέντα για στράτες και ποδαρόδρομους κι ήθελε να λογαριάσει ώρες κι απόστασες, μέτρο είχε το κάπνισμα. Νια τσ’γάρα δρόμους, έλεε, άμα ήθελε να δείξει πως η απόσταση είναι μικρή. Κι άμα η απόσταση ήταν πολλή μεγάλη, έλεε, δε σ’ φτάν(ει)’ η καπνουσακούλα.

Κάποτε στον Καρβασαρά του βάλανε πρόστιμο, τριάντα φράγκα, είχε πει,
ότι φούμερνε στριφτό κι αυτό απαγορεύονταν μακριά απ’ την περιφέρεια του χωριού. Κι από τότες, άμα ξετόπιζε για λίγο, πήγαινε στο περίπτερο κι αγόραζε πακέτο, μην τυχόν τονε ματαπροστιμίσουν. Ένα μπακέτου έτοιμα, τρίου νούμιρου, τόχου να πάου ταξίδ’, έλεε του περιπτερά. Κι άμα τονε ρώταγαν στο χωριό, πώς κι αγόρασε πακέτο; τους έλεε γελαστά, θέλου να φαίνουμι νιος, ότι τότες οι νέοι, το πλείστο, προτίμαγαν τα έτοιμα τσιγάρα.Κι σιγομουρμούριζε τραγουδιστά. Το τσιγαρέτο, το τσιγαρέτο τόμαθα φέτο, τόμαθα φέτο… Άμα έψαχνε την τσέπη του, έπαιρνα αυτό το ψάξιμο ότι τοιμάζει να μου δώκει κάνα καλούδι(καραμέλα ή σοκολάτα), κατά πως φορές τόχε συνήθειο. Όμως καμιά φορά ξεχνιότανε να μου φέρει καλούδια ή ήτανε άφραγκος κι από την τσέπη του έβγανε μονάχα την καπνοσακούλα για στρίψει και να φουμάρει. Κι ως έβλεπε να γελιέται η προσμονή μου, μούλεε, που να πάρ’ η ευκή, αστόησα να σ’ φέρου σουκουλάτα! Αύριου όμους καμάρι μ’, θα σ’ φέρου ιξάπαντους. Ιγώ τσ’γάρα κι συ σουκουλάτα.
Σαν αρρώσταινε και τον έπιανε θέρμη κι έφραζε ο λαιμός του, μόλο που δεν είχε απόλαψη απ’ το κάπνισμα, αυτός το βιολί του δεν τ’ άλλαζε, φούμερνε σαν τον καλό καιρό… Άμα τον άφηνε ο βήχας για λίγο, γύριζε και με τήραε όλο τρυφεράδα κι μ’ αρώταε, δε μ’ λες καμάρι μ’, πως τουν είπις ικειόνι πούφιρι τουν καπνό απ’ ν’ Αμιρική; για θύμα μ’! Κολόμβο, τ’ απάνταγα. Άϊ τουν κιρατά τουν Κουλόμπου μας πήρι στου λιμό τ’! έλεε κι απέ έβανε τα γέλια… Τούλεε ο γιατρός, τούλεγαν δικοί και ξένοι, πως απ’ το κάπνισμα θα τόβρει, μα αυτός χωράτευε κι έκανε του κεφαλιού του κι έστριβε και φούμερνε κι έλεε, μωρ’ δε βλέπτι τ’ Λύμπου πούνι ικατό χρουνόνι κι φουμέρν(ει)’ σαν παπόρ’; και παράσταινε μια γριά στη γειτονιά, Ολυμπία την έλεγαν, που κάπνιζε, ως τα βαθιά στερνά της. Και γύριζε σε με πούμουνα ο μικρότερος ανιψιός του και μ’ αρώταε, ισύ καμάρ’ θα μ’ φέρν(ει)'ς κανιά τσ’γάρα στου κυπαρίσσ’, φόντι θα νάμι πιθαμένους; Και βούρκωνα και χωνόμουνα στην αγκαλιά του με λυγμούς…

No comments