Powered by Blogger.

My Instagram

Tον νικητή στις εκλογές δεν τον βγάζουν ο Τραμπ και η Μέρκελ, αλλά οι ψηφοφόροι στις Φυτείες Ξηρομέρου


Η αγαπημένη φράση του πρωθυπουργού στην αυγή του νέου έτους είναι "αναλαμβάνω το ρίσκο". Την λέει συνεχώς και σε κάθε ευκαιρία. Η αρχή έγινε με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και επαναλαμβάνεται ενόψει της κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι κανένα ρίσκο δεν ανέλαβε ούτε αναλαμβάνει ο Αλέξης Τσίπρας. Γνώριζε και γνωρίζει πως είχε και έχει τουλάχιστον τους 151 βουλευτές και για τις δύο ψηφοφορίες. Και δεν είχε και έχει απλώς γνώση, αλλά και τη βεβαιότητα. Για τους γνωρίζοντες καλά τον πρωθυπουργό αυτό είναι λογικό. Το ρίσκο που αναλαμβάνει, ανεξαρτήτως του τι, για επικοινωνιακούς λόγους, υποστηρίζει είναι ελεγχόμενο. Σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν ένας τυχοδιώκτης που αρέσκεται να παίζει την τύχη και το μέλλον της χώρας στα ζάρια. Κάτι που έπαψε να ισχύει από το 2015, αμέσως μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου και την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, όταν και κατάλαβε τις αυταπάτες του.........
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ εδώ και 40 μήνες, όπως σωστά γράφει και η αυστριακή εφημερίδα Der Standard, έπαψε να είναι κομμουνιστής που συνιστά απειλή για την Ευρώπη και έγινε επαγγελματίας πολιτικός. Και οι σοβαροί επαγγελματίες δεν δρουν με βάση το θυμικό, αλλά μετά από ενδελεχή μελέτη και ακριβή υπολογισμό των δεδομένων. Ο πρωθυπουργός γνώριζε πως η πλειοψηφία των 151 για την εμπιστοσύνη στην κυβέρνησή του υπήρχε. Και είχε και εφεδρείες αν κάποιος από τους έξι που προσετέθησαν στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, αποφάσιζε, την τελευταία στιγμή ν' αλλάξει γνώμη και να μην διαβεί τον κομματικό Ρουβίκωνα είτε των ΑΝΕΛ είτε του Ποταμιού.
Όπως και τώρα γνωρίζει ότι έχει 153 για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Τη θέση των Κόκκαλη (εάν τελικά αυτός δεν ψηφίσει) και Ζουράρι θα πάρουν οι Θεοδωράκης, Μαυρωτάς, Λυκούδης και Θεοχαρόπουλος. Εάν ήθελε ανακύψει κάποιο πρόβλημα, θα μπορούσαν να προστρέξουν σε δύο βουλευτές του ΚΙΝΑΛ, λένε οι πληροφορίες. Στον Δημήτρη Κρεμαστινό -ο οποίος όμως το αρνείται και μάλιστα καταγγέλει όσους διαστρεβλώνουν, όπως λέει, τη θέση του να υπάρξει διάλογος ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ για ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς- και στον προερχόμενο από το Ποτάμι μειονοτικό βουλευτή Αχμέτ Ιλχάν, ο οποίος όμως μάλλον προτιμά να μην λυθεί το πρόβλημα.
Σημειώνουμε ότι η απόλυτη πλειοψηφία, μπορεί συνταγματικά να μην είναι απαραίτητη, αλλά πολιτικά είναι ένα βάρος που ο Τσίπρας, ακόμη κι αν μπορεί, δεν θέλει να σηκώσει. Στην περίπτωση που δεν υπήρχαν (ή συμβεί κάτι δραματικό και δεν υπάρξουν) οι 151 εξυπακούεται ότι η προσφυγή στις κάλπες είναι (και θα ήταν) μονόδρομος. Αυτό τουλάχιστον διατείνεται η πλειοψηφία των βουλευτών και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Ορισμένοι κυβερνητικοί παράγοντες πάντως υποστηρίζουν ότι ακόμη και στην ακραία περίπτωση, που διαπιστώνονταν ότι οι θετικές ψήφοι για τις Πρέσπες ήταν λιγότερες από 151, η κυβέρνηση θα έπρεπε να προχωρήσει στην κύρωση της Συμφωνίας και να προσφύγει σε εκλογές τον Μάϊο αφού ενδιαμέσως ψήφιζε τη συνταγματική αναθεώρηση και τα θετικά νομοσχέδια για την αύξηση του κατώτατου μισθού, τις προσλήψεις στο δημόσιο, τις 120 δόσεις και τις ρυθμίσεις για τα κόκκινα δάνεια των τραπεζών. Είναι δε της γνώμης ότι "τα κόμματα και οι μεγάλες πλειοψηφίες χτίζονται δια πυρός και σιδήρου", και θεωρούν ότι στην περίπτωση που για το Μακεδονικό ήταν από τη μία όχθη ο ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη όλοι οι άλλοι (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Ποτάμι κ.α.) μεγάλος κερδισμένος θα ήταν ο Τσίπρας και η Κουμουνδούρου.
Ωστόσο στενοί συνεργάτες του πρωθυπουργού μας επισημαίνουν ότι η κρίσιμη λέξη, για το τι μέλλει γενέσθαι με την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, είναι το ρήμα "διαπιστώνονταν". Και ο λόγος είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα έφερνε, λένε, ποτέ στη Βουλή την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών εάν οι δηλώσεις όσων προτίθενται να την ψηφίσουν δεν ήταν δημόσιες ώστε να αποτελούν και δέσμευσή τους. Εάν δεν υπήρχε δημόσια καταγεγραμμένη πλειοψηφία υπέρ των Πρεσπών ο Τσίπρας ήταν αποφασισμένος, σύμφωνα με εξ απορρήτων συνεργάτη του, να "παρκάρει" τη συμφωνία και αφού ψηφίσει τα θετικά νομοσχέδια, στα οποία αναφερθήκαμε, να προσφύγει σε εκλογές αφήνοντας στον Μητσοτάκη την επίλυση του προβλήματος. "Ο Κυριάκος δεν μπορεί να κάνει πολιτική εκ του ασφαλούς. Αν δεν υπάρξει πλειοψηφία ξεκάθαρη και διατυπωμένη δημόσια ο Τσίπρας δεν θα φέρει προς κύρωση τη Συμφωνία, θα πάει σε εκλογές και ας αναλάβει ο Κυριάκος, εφόσον κερδίσει τις εκλογές, να πει "όχι" στον Τραμπ, στην Μέρκελ, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα", μας λέει χαρακτηριστικά. Και προσθέτει: "να δούμε τι θα κάνει μετά, όταν θα ζητήσει από τους εταίρους-δανειστές να μειώσει, όπως υπόσχεται, φόρους ή άλλες οικονομικές και δημοσιονομικές διευκολύνσεις και αυτοί του πουν όχι".
Ίσως αυτή η πληροφορία ήταν και ο λόγος που ένας εκ των κορυφαίων επιχειρηματιών της χώρας είπε προ ημερών σε διακεκριμένο παλαιό πολιτικό στέλεχος, που για μια περίοδο κατείχε και υψηλό ευρωπαϊκό αξίωμα, ότι "οι εκλογές μπορεί να γίνουν στα τέλη Φεβρουαρίου". Από τη στιγμή όμως που έχουν βρεθεί οι (τουλάχιστον) 151 ενδεχομένως και περισσότεροι βουλευτές, οι οποίοι την ερχόμενη Παρασκευή, όταν και θα γίνει η ψηφοφορία στη Βουλή, θα κυρώσουν τη Συμφωνία, τα σενάρια των έκτακτων εξελίξεων ξαναμπήκαν στο συρτάρι. Και όχι μόνον αυτό, αλλά στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει και κερδίζει έδαφος η γνώμη όσων θέλουν οι εκλογές να γίνουν στο τέλος της τετραετίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα οικονομικού υπουργού, τη γνώμη του οποίου υπολήπτεται ο πρωθυπουργός. Ενώ μέχρι πρότινος ο περί ου ο λόγος ήταν υπέρ της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες -ει δυνατόν και ενωρίτερον του Μαΐου- τώρα τάσσεται αναφανδόν υπέρ της εξάντλησης της τετραετίας "υπό την προϋπόθεση όμως να υπάρξει ένα πολύ συγκεκριμένο πλάνο οικονομικών δράσεων για τους επόμενους οκτώ μήνες". Θεωρεί μάλιστα πως "στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίσει για οκτώ ακόμη μήνες να ασκεί κυβερνητικά καθήκοντα και υπάρχει σοβαρό σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης το οποίο θα στηριχθεί από τους μεγάλους επιχειρηματίες, τις κοινωνικές οργανώσεις και τα επιμελητήρια , τότε το κλίμα μπορεί να αναστραφεί για την κυβέρνηση". Εκ παραλλήλου εμφανίζεται και σίγουρος ότι "θα έχει επέλθει και κόπωση σε ΝΔ και ΚΙΝΑΛ". Και ο λόγος είναι γιατί "έχουν παίξει όλα τους τα χαρτιά στην μη έξοδο από τα μνημόνια, την περικοπή των συντάξεων, την αποχώρηση του Καμμένου, τις Πρέσπες και τις πρόωρες εκλογές και σε όλα έχουν χάσει".
Στο σημείο αυτό και επειδή αναφερθήκαμε στο ΚΙΝΑΛ μάλλον διαψεύδονται όσοι θεωρούσαν ότι ο Γιώργος Παπανδρέου θα μπορούσε να γίνει παράγοντας των συντελούμενων διεργασιών. Ο πρώην πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στην ΕΦΣΥΝ παραπέμπει μεν στην άποψη που είχε εκφράσει παλιότερα στο Πολιτικό Συμβούλιο του ΚΙΝΑΛ, υπέρ δηλαδή της συμφωνίας για επίλυση της εκκρεμότητας, όμως ταυτοχρόνως παίρνει και αποστάσεις από τους χειρισμούς τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφού όπως υποστηρίζει δεν έκαναν αυτά που έπρεπε προκειμένου να υπάρξει, σε συναινετικό κλίμα, η καλύτερη δυνατή διαχείριση του θέματος, ενώ θεωρεί και καταστροφικό αν στην πορεία προς τις εκλογές υπάρξει κλίμα διχασμού. Επίσης υποστηρίζει πως οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να δουν την μεγάλη εικόνα στην περιοχή και να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους στην επόμενη μέρα στην Ευρώπη, η οποία ενόψει και των ευρωεκλογών, αναμένεται να είναι εξαιρετικά δύσκολη. Είναι προφανές ότι η μάλλον συμβατική δήλωση Παπανδρέου υπαγορεύθηκε από την ανάγκη αφενός να μην αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση προκειμένου να δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα στο ΚΙΝΑΛ και αφετέρου επειδή δεν ήθελε η δήλωσή του να θεωρηθεί ότι προκαλεί επιπλέον προβλήματα στη Φώφη Γεννηματά στην προσπάθεια που καταβάλλεται -και μάλιστα ενόψει εκλογών- να διατηρηθεί η ενότητα του κεντροαριστερού φορέα που δημιουργήθηκε πριν από 14 μήνες, ως διάδοχου σχήματος του ΠΑΣΟΚ.
Υπέρ της διενέργειας εκλογών είτε στις 29 Σεπτεμβρίου είτε στις 27 Οκτωβρίου, στο απώτατο δηλαδή όριο της συνταγματικής πρόβλεψης, είναι πρωτίστως ο πρωθυπουργός, ο οποίος, όχι μόνον στις δημόσιες τοποθετήσεις του, αλλά και σε όλες τις κατ' ιδίαν συζητήσεις του με υπουργούς, βουλευτές και ανώτερα κομματικά στελέχη τους εκμηστηρεύεται ότι η πρόθεσή του να εξαντλήσει την τετραετία είναι ειλικρινής και τους προτρέπει η (κυβερνητική και κομματική) δουλειά τους και οι (πολιτικο-οργανωτικοί) στόχοι τους να είναι "προσανατολισμένοι στον Οκτώβριο". Το ίδιο λέει και σε επιχειρηματίες και κοινοτικούς αξιωματούχους κάθε φορά που συνομιλεί μαζί τους, όπως προσφάτως με την καγκελάριο Μέρκελ και τον επίτροπο Μοσκοβισί. Ο επιπλέον λόγος είναι ότι μετά από οκτώ μήνες το Μακεδονικό δεν θα είναι υψηλά στην ατζέντα της εκλογικής αντιπαράθεσης, ενώ οπωσδήποτε υπέρ της εξάντλησης της τετραετίας συνηγορεί και το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να είναι αρνητικές για τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό και να στήσει κάλπες στις 26 Μαΐου, μαζί με τις ευρωεκλογές και τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, εάν τα δημοσκοπικά ευρήματα για την κυβέρνηση βελτιώνονταν και δεν συνέχιζε η αξιωματική αντιπολίτευση να προηγείται, έστω και με μειωμένα ποσοστά (όπως δείχνει και η δημοσκόπηση της MARC για το ΠΘ) καθαρά του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο αντίλογος στην αισιοδοξία του πρωθυπουργού και όσων άλλων τάσσονται υπέρ της εξάντλησης της τετραετίας είναι ότι ενδιαμέσως θα έχουν μεσολαβήσει οι ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές. Οι βουλευτές και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που θέλουν τριπλές εκλογές τον Μάϊο δεν μπορούν, όπως μας λένε, να καταλάβουν "πως μια αρνητική επίδοση στις ευρωεκλογές και στις εκλογές για δημάρχους και περιφερειάρχες θα μπορέσει να ξεπεραστεί σε τρεις μήνες;". Μάλιστα κάποιοι εξ αυτών υποστηρίζουν πως σε περίπτωση που τον Μάϊο δεν υπάρχουν και εθνικές κάλπες τότε "η αποδοκιμασία του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη αφού ο κόσμος, ως είθισται όταν δεν παίζεται η διακυβέρνηση, θα θέλει να στείλει μήνυμα και να εκφράσει τη δυσαρέσκεια, την απογοήτευση πιθανώς και την οργή του για υστερήσεις, λανθασμένες αποφάσεις και αντιδημοφιλείς πολιτικές".
Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι θεωρούν πως, παρά τα λεγόμενα, κυρίαρχο ακόμη σενάριο για τις εκλογές είναι ο Μάϊος. Στα υπέρ του Μαΐου θα πρέπει να προσμετρήσουμε και το επιχείρημα ότι ο Τσίπρας δεν θα ήθελε να υποστεί συνεχόμενες ήττες από τον Μητσοτάκη. Εάν για παράδειγμα έκανε εκλογές προν τον Μάϊο, όπως του εισηγούνταν κάποιοι παλαιότερα, και τις έχανε θα μετρούσε τρεις διαδοχικές ήττες αφού τόσο στις ευρωεκλογές, που θα ακολουθούσαν, όσο και πρωτίστως στις αυτοδιοικητικές εκλογές η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ πιθανολογείται -και βασίμως- ως βεβαία. Τρεις διαδοχικές ήττες είναι ότι χειρότερο για το προφίλ ενός πολιτικού, ο οποίος εκτός των άλλων ονειρεύεται να πρωταγωνιστήσει και στην ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου. Το κακό είναι μικρό αν χάσει σε μια τριπλή κάλπη, ενώ γίνεται πολύ μεγάλο αν κάθε τρεις μήνες χάνει από τον βασικό πολιτικό του αντίπαλο.
 Όσοι τάσσονται υπέρ της τριπλής κάλπης τον Μάϊο δεν συμφωνούν και με την εκτίμηση του πρωθυπουργού και των συνεργατών του ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ επειδή στο επόμενο διάστημα και ειδικά μετά την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, θα καταστεί περισσότερον εναργής η υποστήριξη των ευρωπαίων και των αμερικανών στην κυβέρνηση. Μάλιστα εις εξ αυτών μάς λέει με νόημα: τον νικητή στις εκλογές δεν τον βγάζουν ο Τραμπ και η Μέρκελ, αλλά οι ψηφοφόροι στις Φυτείες Ξηρομέρου και στους Μελισσουργούς Άρτης. Η απάντηση στενού συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα, υπόψιν του οποίου θέσαμε τον ως άνω αφορισμό, είναι ότι "ναι, τη νίκη τη δίνουν οι πολίτες όμως η γνώμη τους είναι συνάρτηση του κοινωνικού και οικονομικού κλίματος που επικρατεί και το οποίο διαμορφώνεται και από την συμπεριφορά των ξένων έναντι της κυβερνήσεως. Όσο αναγνωρίζεται από τους ξένους η επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα τόσο καλύτερες συνθήκες διαμορφώνονται για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, που είναι η λυδία λίθος για την ανάπτυξη και την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση".
Μάλιστα έχει τη γνώμη ότι το διαζύγιο με τον Πάνο Καμμένο, η ψήφο εμπιστοσύνης που έλαβε η κυβέρνηση και η αναμενόμενη κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών σε συνδυασμό με την μη περικοπή των συντάξεων, το κοινωνικό μέρισμα και τα θετικά μέτρα που έχουν γίνει γνωστά ότι θα ψηφιστούν το επόμενο διάστημα συγκροτούν ένα ελκυστικό υλικό που αλλάζει τα δημοσκοπικά δεδομένα. Κάτι που μάλλον πιστοποιείται και από τα τελευταία ευρήματα της MARC, που δείχνουν τη διαφορά να έχει πέσει στο 8,1%, μειωμένη κατά σχεδόν 30% σε σχέση με τη μέτρηση του Ιουνίου 2018 όταν η διαφορά ήταν 12,4% υπέρ της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πάντως και εν κατακλείδι, το διαζύγιο με τον Καμμένο ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα προβληματικό. Ορισμένοι από τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ φοβούνται μήπως ο τέως υπουργός Άμυνας κλιμακώσει τις επιθέσεις του και μετά τον μισητό αντίπαλό του Νίκο Κοτζιά περιλάβει και άλλους υπουργούς της κυβερνήσεως στον πόλεμο των αποκαλύψεων που, όπως λένε από το περιβάλλον του, "μόλις τώρα ξεκίνησε". Εξυπακούεται πως εάν αυτό συμβεί και στον πολιτικό βίο κυριαρχήσουν παρακμιακά και αποκρουστικά φαινόμενα, τα εμπόδια στον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνον στον δρόμο προς τις κάλπες, αλλά και στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς θα μεγαλώσουν...

No comments