Τελευταία νέα

latest

My Instagram

Ο Τάφος του «Μυκηναίου» Άρχοντα Πολεμιστή στον Κουβαρά Φυτειών

Τάφος «Μυκηναίου» Πολεμιστή στον Κουβαρά Αιτωλοακαρνανίας Η συγκλονιστική αποκάλυψη του ξίφους του ήρωα της μυκηναϊκής εποχής, 3.50...


Τάφος «Μυκηναίου» Πολεμιστή στον Κουβαρά Αιτωλοακαρνανίας
Η συγκλονιστική αποκάλυψη του ξίφους του ήρωα της μυκηναϊκής εποχής, 3.500 χρόνια μετά!

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η ανακάλυψη ενός εξαιρετικά πλούσιου κιβωτιόσχημου τάφου στον Κουβαρά Αιτωλοακαρνανίας καταδεικνύει τις «διεθνείς» σχέσεις της Ακαρνανίας κατά την Υπομυκηναϊκή/Πρώιμη Πρωτογεωμετρική περίοδο. Ο οπλισμός του νεκρού, και ειδικά ένα ξίφος Naue II «τύπου Allerona»  με χρυσή συρμάτινη διακόσμηση στη λαβή, και (ακόμη) ένα μυκηναϊκού τύπου ξίφος με ελεφαντοστέινη επένδυση λαβής, ζεύγος χάλκινων κνημίδων, ένα διμεταλλικό μαχαίρι με επένδυση της λαβής από ελεφαντοστό, καθώς επίσης μια χρυσή κύλικα και ένας χάλκινος τριποδικός λέβητας, μαρτυρούν την υψηλή κοινωνική του θέση.


Κρυμμένο στα σπλάχνα της ελληνικής γης για τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια. Η συγκλονιστική στιγμή που αποκαλύπτεται στα μάτια των αρχαιολόγων. Πρόκειται για το ξίφος που κατασκευάστηκε το 1500 προ Χριστού και ανήκε σε μαχητή της μυκηναϊκής εποχής. Βρέθηκε στον Κουβαρά στην Αιτωλοακαρνανία.Βόρεια της λίμνης Οζερού, στο ύψωμα «Ραχούλι», σε εύφορης και στρατηγικής σημασίας θέση πάνω σε πέρασμα που οδηγεί από την ενδοχώρα της Ακαρνανίας στον Αμβρακικό κόλπο έγινε η ανακάλυψη ενός εξαιρετικά πλούσιου κιβωτιόσχημου τάφου.

Τα αποτελέσματα των αναλύσεων (EDXRF και ανάλυση ισοτόπων του μολύβδου) δείχνουν ότι το ξίφος «τύπου Allerona» και το διμεταλλικό μαχαίρι πιθανότατα εισήχθησαν στην Ακαρνανία, ενώ τα υπόλοιπα χάλκινα αντικείμενα κατασκευάστηκαν με κυπριακό χαλκό. Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν ότι η εισαγωγή χαλκού από την Κύπρο συνεχίζεται και κατά τον 11ο αι., ενώ επιβεβαιώνουν και τις σχέσεις των κατοίκων της ΒΔ Ελλάδας με τη νότια Ιταλία της Τελικής Εποχής του Χαλκού. 

Περί τα 5 χλμ. βόρεια της αρχαίας Ακαρνανικής πρωτεύουσας Στράτου, σε μια εύφορη και στρατηγικής σημασίας περιοχή, πάνω σε χερσαίο πέρασμα που οδηγεί από την ενδοχώρα της Ακαρνανίας στον Αμβρακικό κόλπο και την Ήπειρο, εντοπίστηκε το έτος 2006 ο τάφος του «Μυκηναίου» πολεμιστή σε σωστική ανασκαφή της ΛΣΤ΄ Εφορείας Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων1 (Εικ. 1). Ο τάφος δεν συνιστά μεμονωμένο εύρημα, καθώς περί τα 150 μ. βορειότερα είχαν εντοπιστεί μερικοί ακόμη τάφοι της Υπομυκηναϊκής φάσης, μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε την ύπαρξη κάποιου οικισμού ή εγκατάστασης για τη δημιουργία του οποίου, εξάλλου, προσφέρεται η θέση.



Ο τάφος (αριθ. 1) ήταν κιβωτιόσχημος εσωτερικών διαστάσεων 1,50 x 0,60 μ. Τοιχώματα, κάλυψη και πυθμένας αποτελούνταν από σχεδόν ακατέργαστες ασβεστολιθικές πλάκες. Ο νεκρός ήταν τοποθετημένος σε συνεσταλμένη στάση, με το κεφάλι προς Α, ενώ τα οστά του ήταν αποσαθρωμένα. Τον συνόδευαν τέσσερα (4) πήλινα αγγεία και μερικά ακόμη πολύτιμα ή σπάνια αντικείμενα (Εικ. 2): χρυσή κύλικα, χάλκινος τριποδικός λέβητας, επιθετικός και αμυντικός οπλισμός, που περιελάμβανε δύο ξίφη, ένα διμεταλλικό μαχαίρι, μία αιχμή δόρατος, ένα βέλος και ζεύγος κνημίδων2.

Τα αντικείμενα ήταν τρόπον τινά «τακτοποιημένα» σε ομάδες : ο οπλισμός του νεκρού ήταν τοποθετημένος στο αριστερό πλευρό του, με εξαίρεση την αιχμή δόρατος που βρισκόταν στα δεξιά της κεφαλής. Στο ύψος του αριστερού στήθους βρισκόταν η χρυσή κύλικα και στην κάτω αριστερή γωνία ο λέβητας. Τα τρία κλειστά αγγεία είχαν τοποθετηθεί γύρω από την κάτω και το ανοικτό στην άνω δεξιά γωνία του τάφου αντίστοιχα.

Η χρονολόγηση του τάφου, όπως θα δούμε στη συνέχεια εξετάζοντας τα ευρήματά του, παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα3.- αρχαιογνώμων- Καταρχήν, σε αντίθεση με τα περισσότερα μεταλλικά αντικείμενα, η κεραμική είναι εμφανώς χαμηλής ποιότητας. Ο ψημένος πηλός είναι πολύ μαλακός και η επιφάνεια των αγγείων με τη γραπτή διακόσμηση έχει απολεπιστεί στο μεγαλύτερο μέρος της. Επιπλέον για την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας δεν διαθέτουμε ακόμη μια λεπτομερή διαίρεση σε φάσεις της τοπικής κεραμικής του τέλους της Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου4.


Πήλινα αγγεία 

1) Μεγάλος αμφορέας με αγκύλες λαβές στην κοιλιά και πλαστικές αποφύσεις στη βάση του λαιμού (Εικ. 3a). Το σώμα του είναι ωοειδές με στενή βάση, κοντό λαιμό και έξω νεύον χείλος (αρ. ευρ. Μ. 2744, ύψ. 33,5 εκ., διάμ. β. 12,8 εκ.). Το σχήμα του βρίσκει αχαϊκά παράλληλα στην ΥΕ ΙΙΙ Γ Nεότερη, τα οποία όμως έχουν την μέγιστη διάμετρο ψηλότερα προς τον ώμο5. Διακοσμείται με οριζόντιο ζικ-ζακ ανάμεσα σε ταινίες που καταλαμβάνουν το λαιμό και τον ώμο. Το μοτίβο αυτό έχει παράλληλα σε όστρακα κλειστών αγγείων της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου καθώς και σε δύο υπομυκηναϊκές κύλικες από το χώρο του Πελοπίου στο ιερό της Ολυμπίας6.
 Ένα καλό παράλληλο για το σχήμα και το διακοσμητικό μοτίβο του αμφορέα από τον Κουβαρά προέρχεται από το νεκροταφείο της Σταμνάς στη Αιτωλία7. Μια ακόμη διακοσμητική ζώνη θα πρέπει να υπήρχε μεταξύ των λαβών, πλην όμως η απολεπισμένη επιφάνεια του αγγείου σε αυτό το σημείο δεν μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε τη μορφή της. 
2) Σκυφοειδής κρατήρας με κάθετες λαβές (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 2745, ύψ. 19,9 εκ., διάμ. χ. 24,5 εκ., διάμ. β. 10,2 εκ.). Πρόκειται για δυτικοελλαδικό τύπο, δείγματα του οποίου απαντούν στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη8. Ο εξεταζόμενος ωστόσο, έχει πιο χαμηλή βάση και είναι γενικά πιο κοντόχοντρος. Η διακόσμηση του δεν σώζεται καλά. Στο κάτω μέρος της κοιλιάς και στο χείλος φέρει οριζόντιες ταινίες. Πολύ προσεκτική εξέταση της διακοσμητικής ζώνης στο ύψος των λαβών έδειξε ότι τα μοτίβα της είναι σπείρες (και όχι ομόκεντροι κύκλοι) με κρόσσια (Εικ. 3b). Στην Αχαΐα το μοτίβο αυτό μαρτυρείται ήδη στην ΥΕ ΙΙΙΓ...

1  Η σωστική ανασκαφή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Ιονία Οδός. Ευρεία Παράκαμψη Αγρινίου/ Τμήμα Αγγελόκαστρο-Κουβαράς». Την ανασκαφή επέβλεψε η αρχαιολόγος Ευαγγελία Σκεντέρη. Προκαταρκτική έκθεση της ανασκαφής παρουσιάστηκε στο 3ο Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, 2006–2008. Από τους προϊστορικούς στους νεώτερους χρόνους, Βόλος, 12–14 Μαρτίου 2009, Μ. Σταυροπούλου-Γάτση, Το έργο της ΛΣΤ΄ Ε.Π.Κ.Α. στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας κατά τα έτη 2004-2008 (υπό έκδοση), καθώς επίσης στο Συνέδριο Akarnanien. Interdisziplinäre Regionalstudien im Westen Griechenlands, Darmstadt, 2–3 Oktober 2009, Μ. Σταυροπούλου-Γάτση, Νεώτερα μυκηναϊκά δεδομένα Ακαρνανίας και Λευκάδας (υπό έκδοση).
2  Η συντήρηση των πήλινων αγγείων οφείλεται στον Γιάννη Λιάπη. Τα χάλκινα αντικείμενα συντηρήθηκαν στα εργαστήρια της ΣΤ΄ ΕΠΚΑ από τον εμπειρότατο συντηρητή Λεωνίδα Παυλάτο, ενώ βοήθησαν ο Γιάννης Λιάπης και η Ουρανία Παυλάτου. Τα σχέδια του τάφου και των αντικειμένων οφείλονται στον Γιώργο Ράλλη.
3  Θα θελάμε να ευχαριστήσουμε θερμά τους Στέφανο Γιματζίδη, Λάζαρο Κολώνα, Ιωάννη Μόσχο, Florian Ruppenstein, Γιούλικα Χριστακοπούλου-Σωμάκου και Ernst Pernicka για πολύτιμες συζητήσεις και υποδείξεις.
4  Πρβ. Eder 2006a, 195 κ.ε.· Eder 2009, 134–136. Αυτή η κατάσταση θα αλλάξει με τη δημοσίευση της διατριβής της Γιούλικας Χριστακοπούλου-Σωμάκου με αντικείμενο έναν μεγάλο αριθμό τάφων της ΠΕΣ από τη Σταμνά.
5  Mountjoy 1999, 430–432 εικ. 152,102. 104.
6  Eder 2006a, 147–150. 185. 215 κ. ε. 241 πίν. 52,5.6 · 70,313–316· Eder 2009, 137 κ. ε. 146 εικ. 3,1. Δεν προέρχονται από κλειστά σύνολα. Ωστόσο, το γεγονός, ότι κεραμική των μεσαίων και τελικών φάσεων της ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου απουσιάζει από το ιερό, αποτελεί ένδειξη για μια χρονολόγηση των παραπάνω ευρημάτων στην ΠΕΧ (Eder 2006a, 191 κ. ε.).
7  Χριστακοπούλου-Σωμάκου: τάφος Τ 227, με μια μόνο ταφή, η οποία έχει ως μοναδικό κτέρισμα τον παραπάνω αμφορέα. Ο αμφορέας χρονολογείται από την ανασκαφέα στην Υπομυκηναϊκή.
8  Πρβ. τον κρατηρίσκο A1426 από τα Μεταξάτα της Κεφαλονιάς της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΓ Ύστερης, Souyoudzoglou-Haywood 1999, 70 πίν. 12.





  • Ο τάφος δεν συνιστά μεμονωμένο εύρημα, καθώς περί τα 150 μ. βορειότερα είχαν εντοπιστεί μερικοί ακόμη τάφοι της Υπομυκηναϊκής φάσης, μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε την ύπαρξη κάποιου οικισμού ή εγκατάστασης για τη δημιουργία του οποίου, εξάλλου, προσφέρεται η θέση. Ο τάφος ήταν κιβωτιόσχημος εσωτερικών διαστάσεων 1,50 x 0,60 μ. Τοιχώματα, κάλυψη και πυθμένας αποτελούνταν από σχεδόν ακατέργαστες ασβεστολιθικές πλάκες. Ο νεκρός ήταν τοποθετημένος σε συνεσταλμένη στάση, με το κεφάλι προς Α.ΒΑ.  ενώ τα οστά του ήταν αποσαθρωμένα. Τον συνόδευαν τέσσερα πήλινα αγγεία και μερικά ακόμη πολύτιμα ή σπάνια αντικείμενα: χρυσή κύλικα, άλκινος τριποδικός λέβητας,επιθετικός και αμυντικός οπλισμός, που περιελάμβανε δύο ξίφη, ένα διμεταλλικό μαχαίρι, μία αιχμή δόρατος, ένα βέλος και ζεύγος κνημίδων.

... Ύστερη και Υπομυκηναϊκή φάση και συνέχισε να χρησιμοποιείται ακόμη και στην Πρώιμη ΠΓ9. Ένας κρατήρας από το  Πελόπιο τηςΟλυμπίας παρουσιάζει μια μεταγενέστερη εξέλιξη του μοτίβου, όπου πρωτογεωμετρικοί ομόκεντροι κύκλοι φτιαγμένοι με διαβήτηέχουν πλέον αντικαταστήσει τις σπείρες10.

1) μικρός δίωτος αμφορέας με αγκύλες λαβές και γωνιώδες περίγραμμα (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 2746, διάμ. χ. 11 εκ., σωζ. ύψος 18,2 εκ.). Ελλιπής ως προς το κάτω μέρος της κοιλίας και τη βάση. Παράλληλά του ως προς το σχήμα βρίσκουμε στην Αχαΐα και ειδικότερα στα νεκροταφεία της Βούντενης και των Πορτών, χρονολογούμενα στη μεταβατική περίοδο από την ΥΕ ΙΙΙ Γ Ύστερη προς την Υπομυκηναϊκή περίοδο11. 
2) Πρόχους με κοντόχοντρο σώμα, χαμηλό λαιμό και σχοινοειδή λαβή. Ελλιπές ως προς το κάτω τμήμα της. Στην κοιλιά φέρει δύο σειρές από αβαθείς εγχαράξεις (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 2747. Σωζ. ύψ.: 18,9 εκ., διάμ. χ. 11,2 εκ.). Ελάχιστα ίχνη βαφής κατά τόπους (πιθανόν να ήταν ολόβαφη). Ίσως πρόκειται για το νεότερο εύρημα του συνόλου. Ο τύπος του αγγείου αυτού απαντά συχνά κατά την ΠΓ ιδίως περίοδο στη Δυτική Ελλάδα (Αιτωλία12, Ιόνια Νησιά) και την Ηλεία.


Μεταλλικά σκεύη 

Η χρυσή κύλικα (αρ. καταλόγου μικροευρημάτων Μουσείου Αγρινίου 1547. Ύψ. 13–16 εκ. Εικ. 4). Είναι σφυρήλατη, κατασκευασμένη από δύο τμήματα που ενώνονται με «ραφή». Έχει ραδινό σώμα, υπερυψωμένες λαβές με εγχάρακτη διακόσμηση από τις οποίες σώζεται μόνο η μία, που προσηλώνεται με δύο αμφικέφαλα καρφιά στο χείλος και ένα πιο κάτω.
Το σχήμα της έχει παράλληλα σε πήλινες γραπτές κύλικες της ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου, αλλά και σε άβαφες της ΥΕ ΙΙΙΒ13. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, τέτοιας ποιότητας αντικείμενα από πολύτιμο μέταλλο δεν παράγονταν πια κατά την μετανακτορική εποχή14 και έτσι δεν πρέπει να είναι τυχαίο, ότι ως σήμερα δεν είναι γνωστό κανένα χρυσό αγγείο από τον 12ο ή τον 11ο αι. π. Χ. Από

9  Moschos 2009a, 256. 258–263. 279 εικ. 11· 288 εικ. 40,b· Κολώνας υπό έκδοση (Βούντενη, τάφος 5: αριθ. ΑΕΒ 292, Τ 5/1): Φάσεις 6a και 6b του Μόσχου, από τις οποίες η 6b φτάνει μέχρι την Πρώιμη ΠΓ (Moschos 2009a, 238 πίν. 1).
10  Eder 2006a, 179–181. 238 πίν. 67.
11  Moschos 2009a, 256. 258. 279 εικ. 11 και 12.
12  Αντίστοιχα παραδείγματα έχουμε από το νεκροταφείο της Σταμνάς στην Αιτωλία, όπως μας πληροφόρησε η συνάδελφος Γ. Χριστακοπούλου.
13  Μυκήνες, ΥΕ ΙΙΙΒ Μέση: Mountjoy 1976, 100 κ. ε. εικ. 13. Μυκήνες, ΥΕ ΙΙΙΒ Τελική (;): Mylonas Shear 1987, 75 πίν. 17,20· εικ. 9,19. Μιδέα, ΥΕ ΙΙΙΒ Τελική: Demakopoulou et al. 2000–2001, 40. 43 εικ. 19.
14  Deger-Jalkotzy 2008, 399 κ. ε. 


... αυτά συμπεραίνουμε, ότι πρόκειται για ένα προϊόν της ύστερης ανακτορικής περιόδου15. 



Ο τριποδικός λέβητας (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 1554. Ύψ. 27,0 εκ., διάμ. χ. 35,3 εκ. βάθος λέβητα 17,0 εκ.), συγκολλημένος και συμπληρωμένος (Εικ. 5). Φέρει πολλαπλές επιδιορθώσεις, στοιχείο που φανερώνει συχνή ή μακροχρόνια χρήση του, ακόμη και λίγο πριν τοποθετηθεί στον τάφο, αφού εξωτερικά διατηρούσε ίχνη καπνιάς16. Είναι ημισφαιρικός, με χείλος στραμμένο προς τα μέσα, τα πόδια είναι πολυεδρικής διατομής και ξεκινούν ψηλά.
Μπορεί να συγκριθεί με την ομάδα των υστερομυκηναϊκών τριπόδων του τύπου 8 κατά τον Matthäus17, στον οποίο ανήκουν και τα δύο παραδείγματα που βρέθηκαν στην- αρχαιογνώμων- «Οικία του τάφου των τριπόδων» στις Μυκήνες18.
 Πλην όμως είναι εμπλουτισμένος με ορισμένα νέα στοιχεία (μεικτές λαβές με πρόσθετο κάθετο κρίκο πάνω στην κάθετη λαβή, λοξά στηρίγματα μεταξύ ποδιών και βάσης λέβητα), τα οποία εμφανίζονται και στον τρίποδα από τις ανασκαφές του Schliemann στις Μυκήνες19.
Ο τριποδικός αυτός λέβητας συνήθως θεωρείται πρωτογεωμετρικός20, ωστόσο δεν προέρχεται από στρωματογραφημένο σύνολο.
Τα μοναδικά μορφολογικά παράλληλα για τον τρίποδα του Κουβαρά, τα οποία βρέθηκαν σε κλειστό σύνολο, είναι δύο κεραμικά ομοιώματα από τον τάφο 4 της Πρώιμης ΠΓ του Κεραμεικού21. ωστόσο δε γνωρίζουμε, πότε άρχισε η παραγωγή αυτού του τύπου τριπόδων, διότι δεν έχουμε στη διάθεσή μας τριποδικούς λέβητες από συγκεκριμένες φάσεις της ΥΕ ΙΙΙΓ (1200-1100 π.Χ.)περιόδου ή την Υπομυκηναϊκή φάση.
Για τους τρίποδες του τύπου 8 από την «Οικία του τάφου των τριπόδων» έχουμε ένα terminus post quem με την εκσκαφή του ταφικού λάκκου, που «κόβει» έναν τοίχο και το δάπεδο της οικίας, η οποία εγκαταλείφθηκε στο δεύτερο μισό της ΥΕ ΙΙΙΒ περιόδου22. Ένα terminus ante quem για τον ίδιο τύπο παρέχει το σύνολο του λεγόμενου θησαυρού της Τίρυνθας23, ο οποίος θάφτηκε κατά την Υπομυκηναϊκή, όπως φαίνεται από τα τυπολογικά μεταγενέστερα αντικείμενα που περιέχει24. Μερικά αντικείμενα του θησαυρού είναι όμως...

15  Η χρονολόγηση στηρίζεται κυρίως στο σχήμα του αγγείου με το κάθετο χείλος, το οποίο δεν μαρτυρείται στην ΥΕ ΙΙΙΑ περίοδο. Για τη λαβή υπάρχουν παλαιότερα παράλληλα, βλ. κυρίως Matthäus 1980, 211 πίν. 39,325.
16  Πρβ. και έναν από τους τριποδικούς λέβητες από την Οικία του τάφου των τριπόδων στις Μυκήνες: Ωνάσογλου 1995, 37. 17  Matthäus 1980, 110 κ. ε. πίν. 11,81.83· 12,84–86.
18  Ωνάσογλου 1995, 32–37 εικ. 56,2· πίν. 11. Λόγω έλλειψης κεραμικών κτερισμάτων ο τάφος δε χρονολογείται με ακρίβεια. 19  Willemsen 1957, 166 κ. ε. πίν. 1 (πάνω)· Rolley 1975, 159 κ. ε. εικ. 6· Matthäus 1980, 118–120 πίν. 72,6.
20  Willemsen 1957, 166–168· Matthäus 1980, 119· Ωνάσογλου 1995, 34–37. Οι Magou et al. 1986, 125 υποστηρίζουν μια υψηλή χρονολόγηση στα μυκηναϊκά χρόνια, αλλά οι τρίποδές από την Οικία του τάφου των τριπόδων που αναφέρουν ως ακριβή παράλληλα, διαφέρουν σε μερικά σημαντικά σημεία από τον τρίποδα των Μυκηνών (βλ. παραπάνω).
21  Kraiker και Kübler 1939, 95 πίν.63, Inv. 554· 64· Krause 1975, Beil. B, πίν. 1: Zeitstufe 3. Το στρωματογραφικό σύνολο ενός άλλου κεραμικού ομοιώματος του ίδιου τύπου «από την περιοχή του Αγρινίου» είναι άγνωστο (Βοκοτοπούλου 1971, 84–86 πίν. 50,α.β).
22  Ωνάσογλου 1995, 24 κ. ε. σχ. VII· 30 κ. ε. εικ. 1–2.
23  Maran 2006.
24  Για τη χρονολόγηση του θησαυρού της Τίρυνθας στην Υπομυκηναϊκή βλ. Papadimitriou 2006, 543· Jung 2007, 238 σημ. 130· Ruppenstein 2007, 231 σημ. 1040. 

...σαφώς παλαιότερα και χρονολογούνται στην ανακτορική εποχή, ακόμη και στα πρώιμα μυκηναϊκά χρόνια (τα σφραγιστικά δακτυλίδια). Επομένως, ο θησαυρός της Τίρυνθας δεν αποδεικνύει ότι ο μυκηναϊκός τύπος 8 των τριπόδων παραγόταν μέχρι τα υπομυκηναϊκά χρόνια.



Επιθετικός και αμυντικός οπλισμός 

Οι τύποι των χάλκινων αντικειμένων που αποτελούν τον επιθετικό και αμυντικό οπλισμό του υπομυκηναϊκού κιβωτιόσχημου τάφου του Κουβαρά, και ειδικότερα τα ξίφη, το μαχαίρι και οι κνημίδες, ανήκουν (μαζί με τον τριποδικό λέβητα) στην παράδοση της υστερομυκηναϊκής χαλκουργίας και ταυτόχρονα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τις επαφές της βορειοδυτικής Ελλάδας με άλλες περιοχές της Μεσογείου.

1) Ξίφος τύπου F (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 1549, μήκος 42,0 εκ.). Πρόκειται για γνωστό τύπο ξίφους, συχνό σε πολλές περιοχές του μυκηναϊκού κόσμου. Αξιοσημείωτη είναι η καλή διατήρηση της ελεφαντοστέινης επένδυσης της λαβής25 (Εικ. 6b), ενώ μέσα στον τάφο διατηρούσε τη θήκη του από φθαρτό υλικό. Το συγκεκριμένο ξίφος ανήκει στον υστερομυκηναϊκό τύπο F σύμφωνα με την τυπολογία της Sandars ή F 2 σύμφωνα με την τυπολογία της Kilian-Dirlmeier26, ο οποίος απαντά για τελευταία φορά σε έναν υπομυκηναϊκό τάφο στην αρχαία Ήλιδα27 και στον ίσως σύγχρονο του τάφο 59 στο Λιατοβούνι Κόνιτσας28.

2) Χάλκινο ξίφος της ομάδας Naue II (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 1548, μήκος 93,7 εκ.). Έχει ασυνήθιστα μεγάλο μήκος και διατηρείται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το χρυσό σύρμα που είναι περίτεχνα ελιγμένο γύρω από τη φθαρτή επένδυση της λαβής, που προοριζόταν για τη συγκράτησή της και προφανώς και για διακοσμητικούς λόγους (Εικ. 6a). Το ξίφος αυτό πιο συγκεκριμένα ανήκει στον τύπο C ή Allerona, όπως ονομάζεται στην Ιταλία29. Ανάμεσα στα ξίφη αυτού του τύπου, το παράδειγμα του Κουβαρά -αρχαιογνώμων-αποτελεί μια παραλλαγή, η οποία χαρακτηρίζεται από μια στενόμακρη λεπίδα με λεπτές απλές πλαστικές νευρώσεις εκατέρωθεν της κεντρικής νεύρωσης. Ορισμένα στρωματογραφημένα παραδείγματα μαρτυρούν τη διάρκεια χρήσης αυτής της παραλλαγής, η οποία καλύπτει την ΥΕ ΙΙΙΓ Προχωρημένη30, την ΥΕ ΙΙΙΓ Ύστερη31 έως την Υπομυκηναϊκή (Κουβαράς). Ξίφη της παραλλαγής αυτής (Allerona) έχουν μεγάλη διάδοση, η οποία εκτός δυτικής Ελλάδας φτάνει από την Κρήτη32 στα νότια, μέχρι την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στα βόρεια33. Η δυτικότερη θέση είναι μάλλον το Pila del Brancón στην περιοχή του Veneto της βόρειας Ιταλίας34.



Κατά την Υπομυκηναϊκή φάση στην Ελλάδα και την Τελική Εποχή του Χαλκού 2 στην (ΣΣ σημερινή) Ιταλία, άρχισαν να χρησιμοποιούνται κοντύτερα ξίφη της ομάδας Naue II, που μπορούν να ταξινομηθούν καθαρά ως ξίφη νύξης και ορισμένα από τα οποία στην Ελλάδα παράγονταν ήδη από σίδηρο35. ωστόσο, το ξίφος του τύπου «Allerona» από τον Κουβαρά μάλλον δεν ήταν ήδη παλιό αντικείμενο, όταν τοποθετήθηκε στον τάφο (σε αντίθεση με την κύλικα), διότι υπάρχει άλλο ένα ξίφος τύπου «Allerona» με το ίδιο σχεδόν μήκος, που κατά πάσα πιθανότητα χρονολογείται στην ίδια περίπου εποχή.
Προέρχεται από το θησαυρό της Τίρυνθας, ο οποίος αποτέθηκε πιθανότατα κατά την υπομυκηναϊκή φάση (βλ. παραπάνω). Το καμπυλωτό περίγραμμα της λαβής του ξίφους αυτού είναι χαρακτηριστικό ήδη της μεταλλοτεχνίας της Εποχής του Σιδήρου36. Δυστυχώς, η λεπίδα του είναι αρκετά οξειδωμένη και επομένως δεν μπορεί να πει πια κανείς τίποτα σχετικά με την μορφή της κεντρικής νεύρωσης.



25  Gerhard Forstenpointner μελετά τα ελεφαντοστέινα και οστέινα αντικείμενα του τάφου. Τον ευχαριστούμε θερμά για τις σχετικές πληροφορείες.
26  Sandars 1963, 133–139· Kilian-Dirlmeier 1993, 76–91. Το ξίφος του Κουβαρά εντάσσεται στην παραλλαγή F 2B2 (Kilian-Dirlmeier 1993, 84 κ. ε. πίν. 31,197–202· 32,203–206).
27  Ως κτέρισμα μίας από τις τρεις ταφές στον τάφο 1963:1, βλ. Eder 2001, 22–25 εικ. 9· 46 εικ. 20· 77–80· 85 πίν. 3,a· 13,α (επίσης παραλλαγή F 2B2). 28  Ζάχος 2009, 95 εικ.· Douzougli και Papadopoulos 2010, 26–28 εικ. 6,b. Ο τάφος δεν μπορεί να χρονολογηθεί μέσω κεραμικών κτερισμάτων.
29  Kilian-Dirlmeier 1993, 96–105 πίν. 36–39· Bianco Peroni 1970, 66–71 πίν. 21,153· 22· 23,159–163.
30  Καλλιθέα-Ραμπαντάνια, θαλ. τάφος A, ταφή II: Yalouris 1960, 43 Beil. 27,1.2· Papadopoulos 1978/79, 1, 166· 2, 296 εικ. 320b· 331 εικ. 355c.d· Jung 2006, 206 κ. ε.· Giannopoulos 2008, 213–217. Σπαλιαρέϊκα-Λουσικά, θαλ. τάφος 2, ομάδα 7: Πετρόπουλος 2000, 76. 90 εικ. 41,μ 4650· Jung 2006, 205· Giannopoulos 2008, 234–236 πίν. 34,54· 50,54.
31  Βούντενη, θαλ. τάφος 67, πάνω από τον λάκκο 3: Αδημοσίευτο, μελετάται από τον Λ. Κολώνα, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για την άδεια μελέτης. 32  Μουλιανά, Θολωτός τάφος A, χωρίς ταύτιση της ταφής: Ξανθουδίδης 1904, 30 κ. ε.· Kilian-Dirlmeier 1993, 97 πίν. 37, 247.
33  Harding 1995, 49 κ. ε. πίν. 20,173 (τύπος C/Allerona). – Το ξίφος από το Lakavica, δήμου Delcevo, με μια παρόμοια λεπίδα ανήκει στον τύπο A/Cetona (όπ. πάνω, 40 πίν. 14,99), όπως και ένα ξίφος από το Buciumi στη σημερινή Ρουμανία (Bader 1991, 97 πίν. 24,240). Άλλο ένα ξίφος από την Ρουμανία (θέση Ighiu) με μια τέτοια λεπίδα δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανέναν τύπο (όπ. πάνω, 88 πίν. 18,153).
34  Salzani 1994, 83 αριθ. 4· 84 εικ. 1,4.
35  Από σίδερο (σωζόμενο μήκος 31 εκ. – λείπει η αιχμή): Τίρυνθα, τάφος XXVIII, βλ. Verdelis 1963, 13 εικ. 8· 14–16 Beil. 5,4 (κάτω). – Για την αρχή της χρήσης κοντύτερων ξιφών από την Τελική Εποχή του Χαλκού 2 στην Ιταλία βλ. Pacciarelli 2006, 252–255.
36  Aθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο αριθ. 6228a : Karo 1930, 135 αριθ. 6228b (ο αριθμός ευρετηρίου του Karo διαφέρει από την επιγραφή του αντικειμένου) Beil. 37,πάνω; Koui et al. 2006, 52 εικ. 2,6228a· 55 κ. ε. εικ. 5· 58 πίν. 1· 59 πίν. 3. Για μεταγενέστερα (σιδερένια) ξίφη της Εποχής του Σιδήρου με καμπυλωτό περίγραμμα της λαβής βλ. Kilian-Dirlmeier 1993, πίν. 40,273–275· 41–54. 


3) Φυλλόσχημη αιχμή δόρατος, που συγκαταλέγεται μεταξύ των συνηθισμένων μυκηναϊκών αιχμών με σχιστό αυλό (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 1552, συν. μήκος 22,6 εκ.). Παράλληλα, τα οποία έχουν μάλιστα παρόμοια διακόσμηση με εγχάρακτες γραμμές βρίσκονται σε διάφορες θέσεις της δυτικής Ελλάδας37. Η θέση του στον τάφο μαρτυρά ότι προφανώς είχε τοποθετηθεί διαγώνια μαζί με τον ξύλινο στειλεό, ίχνη του οποίου εξάλλου διατηρούνταν στο εσωτερικό του αυλού.

.....................

Δειτε εδω
.............................

4) Αιχμή βέλους με πυραμιδοειδή μύτη (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 1551, μήκος 8,95 εκ.). Αποτελεί επίσης έναν συνηθισμένο τύπο της μυκηναϊκής Ελλάδας38, γνωστό τόσο από την ανακτορική39, όσο και από την μετανακτορική εποχή40.


 

5) Ζεύγος κνημίδων (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου 1553, υψ. 29,8 εκ.). Φέρουν συρμάτινες απολήξεις για τη στερέωση στο πόδι (Εικ. 7) και ανήκουν σε έναν ευρέως διαδεδομένο τύπο που απαντά από την Καλαβρία της νότιας Ιταλίας έως και την Έγκωμη της Κύπρου41 και ο οποίος παραγόταν, σύμφωνα με τα στρωματογραφημένα παράλληλα, από το τέλος της ΥΕ ΙΙΙΒ περιόδου42 μέχρι και τα υπομυκηναϊκά χρόνια (το δικό μας παράδειγμα).


6) Διμεταλλικό μαχαίρι (αρ. ευρ. Μ. Αγρινίου, σωζ. μήκος 16,2 εκ.). Η λεπίδα είναι από σίδηρο, η γλώσσα της λαβής με απόληξη χελιδονοουράς από χαλκό. Η λεπίδα και η γλώσσα της λαβής έχουν από μια τριγωνική εγκοπή στην πλευρά όπου ενώνονται, ώστε να επιτευχθεί η στέρεα συγκόλλησή τους με την αλληλοεπικάλυψη των παραπάνω εγκοπών.
Τα δύο τμήματα στερεώνονται με τη βοήθεια της μονοκόμματης ελεφαντοστέινης λαβής, η οποία έχει δακτυλιόσχημη απόληξη (Εικ. 8). Αυτή η τυπολογική λεπτομέρεια μάλλον δεν είναι μυκηναϊκής προέλευσης, αλλά ιταλικής.
  • Σ Σ:  πρέπει να υπάρξει διευκρίνηση ότι η αναφορά των συγγραφέων για Ιταλική κατασκευή δεν σημαίνει ότι οι Μυκηναίοι δεν είχαν εκεί πόλεις ή  αποικίες ή σταθμούς, όπως οι συγγραφείς της αρχαιότητας αναφέρουν και  ότι δεν  κατασκευάστηκαν από «Μυκηναίους», Έλληνες δηλαδή αντικείμενα τα οποία αναφέρονται εδώ «εισηγμένα» από την Ιταλία .
Στην Ιταλία χάλκινα μαχαίρια τύπου Matrei έχουν ανάλογες μονοκόμματες ελεφαντοστέινες επενδύσεις στις λαβές43. Ο τύπος Matrei παράγονταν ήδη από την Νεότερη Εποχή του Χαλκού 2 ή την ΥΕ ΙΙΙΓ Προχώρημένη44. Βασισμένα στο πρότυπο αυτού του τύπου ή άλλων συγγενών τύπων45 παράγονταν στην ανατολική Μεσόγειο μαχαίρια με καμπυλωτή λεπίδα και με ελεφαντοστέινη επένδυση της λαβής, όπως δείχνουν ευρήματα

37  Καλλιθέα-Ραμπαντάνια (Αχαΐα), θαλ. τάφος A, ταφή II (ΥΕ ΙΙΙΓ Προχωρημένη): Yalouris 1960, 43 Beil. 27,3· Papadopoulos 1978/79, 1, 163 (εκ παραδρομής γίνεται λόγος για αυλό χωρίς σχισμή)· 2, 292 εικ. 316d· 326 εικ. 350a· Avila 1983, 47 κ.ε. πίν. 15,102· Giannopoulos 2008, 217. Λιθοβούνι Μακρυνείας (Αιτωλοακαρνανία), θαλαμωτός τάφος με πολλούς νεκρούς (δεν έγινε διάκριση των συνόλων κατά τη ανασκαφή): Μαστροκώστας 1965, 147 πίν. 186α· Avila 1983, 48 πίν. 16,106· Σταυροπούλου-Γάτση 2008, 378. 388 εικ. 5β (μέση).
38  Buchholz 1962, 25 εικ. 15,k–p· 27 (σχήμα IX)· Borgna 1992, 37 κ. ε. εικ. 5e.
39  Mylonas Shear 1987, 120. 122, πίν. 37,198–201· Ιακωβίδης 2006, 75 εικ. 65.
40  Schmitt 2007, 478 κ. ε. 545 πίν. 94,365–367a· Kilian 1982, 416 κ. ε. εικ. 32 (πάνω σειρά, πέμπτο από αριστερά).
41  Clausing 2002, 163–167 με εικ. 8,1–6 και εικ. 9· Eder και Jung 2005, 489 κ. ε.· Jung, Moschos και Mehofer 2008, 90· Moschos 2009b, 356.
42  Jung 2009a, 76 κ. ε.
43  Zanini 2005, 86 εικ. 2· 88 εικ. 3,1. 2.
44  Jung 2006, 123 κ. ε.
45  Άλλα μαχαίρια με καμπυλωτή λεπίδα, τα οποία ανήκουν στον συγγενή με τον τύπο Matrei τύπο Scoglio del Tonno, παρουσιάζουν όμως επιπλέον μια δακτυλιόσχημη απόληξη χυτή από χαλκό, προέρχονται από την Ιαλυσσό Ρόδου (Benzi 1992, 177. 254 πίν. 179h· Jung 2009a,
73) και την Roca Vecchia Απουλίας (Pagliara et al. 2008, 247. 264 εικ. 15Β,V.2· 267) και χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙΙΓ (χωρίς δυνατότητα λεπτομερέστερης χρονολόγησης) και στην Νεότερη Εποχή του Χαλκού 2 (–Τελική Εποχή του Χαλκού 1) αντίστοιχα. 


...από την Κύπρο και την Παλαιστίνη46. Από την Παλαιστίνη γνωρίζουμε και σιδερένια μαχαίρια με ανάλογες ελεφαντοστέινες επενδύσεις. Σε ένα μαχαίρι από το Κτήριο 350 στο Ekron, Στρώμα V, η επένδυση στερεώνεται με χάλκινα καρφιά στη σιδερένια λεπίδα47. Με τον ίδιο τρόπο κατασκευάστηκαν πολλά άλλα σύγχρονα διμεταλλικά μαχαίρια του όψιμου 12ου και 11ου αι. π.Χ. στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στην Κύπρο και στην Ελλάδα48. Διμεταλλικά μαχαίρια με χάλκινη λαβή και σιδερένια λεπίδα δεν κατασκευάστηκαν σχεδόν ποτέ στις παραπάνω χώρες. Τα μοναδικά παράλληλα για έναν τέτοιο συνδυασμό είναι ένα μαχαίρι χωρίς στρωματογραφικά συμφραζόμενα από το νεκροταφείο της Τελικής Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου του Mulino della Badia στη Σικελία και ένα μαχαίρι από την Κύπρο στη Συλλογή Cesnola49, τα οποία όμως διαφέρουν στο σχήμα και την τεχνική κατασκευής τους από το μαχαίρι του Κουβαρά.
  • Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε, ότι η ταφή του πολεμιστή του Κουβαρά τοποθετείται μάλλον στα υπομυκηναϊκά χρόνια, αν και δεν αποκλείεται μια μεταγενέστερη, πρώιμη πρωτογεωμετρική χρονολόγησή της.
Από τα παραπάνω φαίνεται αμέσως, ότι ο κιβωτιόσχημος τάφος 1 του Κουβαρά ξεχωρίζει ανάμεσα στις σύγχρονες ταφές της Υπομυκηναϊκής και Πρώιμης Πρωτογεωμετρικής λόγω του εξαιρετικού πλούτου των κτερισμάτων του. Συνήθως -αρχαιογνώμων- οι ταφές του ενδέκατου αιώνα π.Χ. περιέχουν μόνο λίγα μεταλλικά κτερίσματα ή αποκλειστικά κεραμική50.


Η παρουσία χρυσού είναι πολύ σπάνια σε τάφους των δύο παραπάνω χρονολογικών φάσεων και περιορίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις σε σφηκωτήρες και άλλα παρόμοια μικρά κοσμήματα51. Εξαιρέσεις, όπως ο τάφος 136 του Κεραμεικού με ένα περιδέραιο από 140 χρυσές χάντρες, επιβεβαιώνουν τον κανόνα52. Το ίδιο ισχύει για το ελεφαντοστό53, αφού οι λαβές όπλων έχουν συνήθως οστέινες επενδύσεις54. Χάλκινα αγγεία είναι ακόμη σπανιότερα ως κτερίσματα στους τάφους55.

Ταφές πολεμιστών των υπομυκηναϊκών και πρώιμων πρωτογεωμετρικών χρόνων περιέχουν κατά κανόνα ένα ή δύο επιθετικά ή αμυντικά όπλα και λίγα άλλα κτερίσματα56. ωστόσο υπάρχουν σε διάφορες περιοχές του Αιγαίου μεμονωμένες ταφές πολεμιστών, οι οποίες διακρίνονται για τη σχετικά μεγάλη ποσότητα και ποιότητα των κτερισμάτων τους (Πίν. 1)57.
Το σύνολο εκείνο, που μπορεί σχεδόν να συγκριθεί στον πλούτο με τον τάφο του Κουβαρά, προέρχεται από το θάλαμο 201 ενός τάφου με τρεις θαλάμους στο Βόρειο Νεκροταφείο της Κνωσού58.

   ΔΕΙΤΕ        ΟΙ ΘΟΛΩΤΟΙ ΤΑΦΟΙ ...ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ένας άλλος, λιγότερο πλούσιος τάφος στην Ήπειρο, στο Λιατοβούνι Κόνιτσας, περιείχε λιγότερα αντικείμενα από πολύτιμο υλικό, αλλά πολλά χάλκινα επιθετικά και αμυντικά όπλα. Ο παραπάνω τάφος μαζί με εκείνον του Κουβαρά είναι οι μοναδικοί στους οποίους βρέθηκε από ένα ξίφος Naue II μαζί με ένα ξίφος μυκηναϊκού τύπου (τύπου F)59.

Ομοιότητες με τον τάφο του Κουβαρά παρουσιάζουν στην κτέρισή τους ορισμένες περίπου σύγχρονες ταφές πολεμιστών από διάφορες περιοχές της Ιταλίας (Πίν. 1). Αναφέρουμε κυρίως την καύση του τάφου 26 της Madonna del Piano στην ανατολική Σικελία με πλήρη οπλισμό, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και χάλκινες κνημίδες60. Ακόμη πιο πλούσια κτερισμένη είναι η καύση 227 στο νεκροταφείο Narde του οικισμού Frattesina στο Veneto. Το ξίφος εκείνου του πολεμιστή διακοσμείται με χρυσά καρφιά, ενώ και χάλκινα κομβία του εξοπλισμού του φέρουν ένθετα τμήματα από χρυσό61.

Το ξίφος από την καύση 227 στο νεκροταφείο Narde του οικισμού Frattesina στο Veneto.


46  Βλ. συνοπτικά Dothan 2002, 14–22. 
47  Dothan 2002, 3. 14 κ. ε. εικ. 12–13.
48  Sherratt 1994, 86–92.
49  Albanese Procelli 2003, 100 πίν. 9,2• Richter 1915, 440 αριθ. 1677.
50  Ruppenstein 2007, 257–260.
51  Lemos 2002, 126–134· Eder και Jung 2005, 488 κ. ε. πίν. 109a. b· Ruppenstein 2007, 229 κ. ε. 52  Ruppenstein 2007, 24. 231 πίν. 30, Gr. 136/19a–c.
53  Kilian-Dirlmeier 2000, 153. 158 κ. ε. Ευχαριστούμε τον Florian Ruppenstein για την υπόδειξη αυτού του άρθρου. 

54  Ruppenstein 2007, 203 με σημ. 861.
55  Matthäus 1980, 62. 75· Ruppenstein 2007, 206.
56  Eder 2001, 46 εικ. 20· 77–85· Lemos 2002, 117–122· Ruppenstein 2007, 200–205.
57  Castellace: Pacciarelli 2000, 193 κ. ε. εικ. 112A. Κνωσός: Coldstream και Catling 1996, 192–195 εικ. 43· 163–164· πίν. 265,201.f10· 276–279· 280,201. Λιατοβούνι: Douzougli και Papadopoulos 2010, 23–35. Madonna del Piano: Albanese Procelli 1994, 155 κ. ε. εικ. 1 και 2,1–4· 167 κ. ε. πίν. 1· 3a.b. Narde: Salzani 1989, 14. 16 κ. ε. 34 εικ. 12· 38 κ. ε. εικ. 16–17. Tίρυνθα: Verdelis 1963, 10–24 παράρτ. 4,7· 5,1.2.4· 6. 7.
58  Coldstream και Catling 1996, 191–195 εικ. 43.
59  Ζάχος 2009, 95 εικ.· 101· Douzougli και Papadopoulos 2010, 23–35 εικ. 5–10.
60  Albanese Procelli 1994, 155 κ. ε. εικ. 1 και 2,1–4· 167 κ. ε. πίν. 1· 3a.b. Ο τάφος χρονολογείται μάλλον στη μέση Τελική Εποχή του Χαλκού (ΤΕΧ 2), πρβ. Albanese Procelli 1994, 154–160· Pacciarelli 2006, 252 κ. ε. εικ. 2,34· για τη χρονολόγηση της πόρπης με τριγωνικό τόξο στη ΤΕΧ 2 βλ. Colonna 2006, 85. 172. 187 εικ. 3, FIB 3· 250 πίν. 26,8–11. Ο Christopher Pare υποστηρίζει μια ελαφρώς μεταγενέστερη χρονολόγηση, βλ. Pare 2008, 86 κ. ε. εικ. 5.8Α.
61  Salzani 1989, 16 κ. ε.· 38 κ. ε. εικ. 16–17. Για τη χρονολόγηση του τάφου στην ΤΕΧ 2 βλ. Colonna 2006, 173. 189–192 εικ. 5· 199–201. Για τον συσχετισμό του χρονολογικού ορίζοντα του τάφου 227 του Narde με την Υπομυκηναϊκή βλ. Weninger και Jung 2009, 389–391.



  • ΣΣ : Οι Μυκηναίοι έφερναν  χαλκό και μέταλλα από τις αποικίες τους στην Δύση και κατασκεύαζαν εκεί ή εδώ αντικείμενα


ΕΛΛΑΔΑ
ΙΤΑΛΙΑ


Κτέρισμα/ταφοσ

Κουβαράς, Τ. 1
Κνωσός,
Τ. 201 (2–3
ταφές)

Λιατοβούνι, Τ. 59
Τίρυνθα,Τ. XXVIII,
δεύτερη
ταφή

Narde, Τ. 227
Madonna del Piano, Τ. 26


Narde, Τ. 168

Castellace, Τ. 1929/2
Μακρύ ξίφος (άνω των 40 εκ.)
2 χαλ
1 χαλ
2 χαλ
1 χαλ
1 χαλ
Κοντό ξίφος, εγχειρίδιο
(κάτω των 40 εκ.)




2 σιδ


1 χαλ


Αιχμή δόρατος
1 χαλ
1 χαλ
2 χαλ
1 χαλ
1 χαλ
1 χαλ
Αιχμή βέλους
1 χαλ
5–6 χαλ
Αμυντικό όπλο
2 κν
1 οδ κρ,
1 ομ ασπ
11 ομ,
πολλά κο
1 κρ,
1 ομ ασπ
2 κν,
πολλά κο
2 κν
Μαχαίρι
1 σιδ+χαλ
1 σιδ
1 χαλ
Χρυσό αγγείο
1
Χάλκινο αγγείο ή
υποστατό
1
1
Κεραμικό αγγείο
4
1
2
1
2
Χρυσό κόσμημα ή εξάρτημα για τη διακόσμηση κάποιου αντικειμένου


1 μακρύ σύρμα


1 δακτυλίδι




7 ήλοι, θραύσματα, 1 κρίκος, ένθετα τμήματα






Περόνη / πόρπη
1 οστέινη
2 σιδ
(= 1 οβελός;)
1 χαλ
1 χαλ
1 χαλ
Ελεφαντοστό
+
+
+
Γυαλί
12 χάντρες








Άλλα






χαλ και οστέινα θραύσματα





χαλ τριχολαβίδα; χαλ και οστέινα θραύσματα





2 χάντρες από ορεία κρύσταλλο, 5 χάλ
ήλοι, 5 χαλ καρφιά







2 χαλ δακτυλίδια


7 κο,
1 χαλ ξυράφι,
1 ακονό-
πετρα, 1χαλ βραχιόλι,
1 χαλ τριχολαβίδα, 1 χαλ χάντρα, χαλ και οστέινα θραύσματα






1 χαλ θήκη ξίφους, 4 χαλ κρίκοι





1 χαλ κρίκος,
1 χαλ τριχολαβίδα, 1 χαλ σφηκωτήρας








χαλ κρίκοι

Πίν. 1. Ταφές πολεμιστών από την Ελλάδα (Υπομυκηναϊκή έως Πρώιμη ΠΓ) και την Ιταλία (Τελική Εποχή του Χαλκού 2–3), κατάταξη κατά ποσότητα και ποιότητα των κτερισμάτων. χαλ = χάλκινο· σιδ = σιδερένιο· κρ = κράνος· κν = χάλκινη κνημίδα· ομ = χάλκινο ομφάλιο· ομ ασπ = χάλκινο ομφάλιο ασπίδας· κο = χάλκινα κομβία· οδ κρ = οδοντόφρακτο κράνος. 
Warrior burials from Greece (Submycenaean to EarlyPG) and Italy (Final Bronze Age 2–3), listed according to quantity and quality of grave goods.



Εικ. 9. Διάγραμμα των αναλογιών των ισοτόπων του μολύβδου από αρχαιολογικά ευρήματα του δεύτερου μισού της δεύτερης χιλιετίας π. Χ. από την Ιταλία και την Ελλάδα (αναλύσεις του Curt-Engelhorn-Zentrum für Archäometrie) σε σύγκριση με δημοσιευμένες ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ αναλογίες των ισοτόπων του μολύβδου από μεταλλεύματα της Κύπρου και της Αττικής. Diagram of lead isotope ratios of artifacts from the 2nd half of the 2nd millennium BCE from Italy and Greece (analysed at the Curt-Engelhorn- Zentrum für Archäometrie) in comparison with published lead isotope ratios of ores from Cyprus and Attica.


Χημικές και ισοτοπικές αναλύσεις 

Δεδομένου ότι οι κνημίδες με σύρματα στο πίσω μέρος, καθώς και η παραλλαγή του ξίφους τύπου Allerona έχουν μεγάλη διάδοση στην Μεσόγειο, έχει ενδιαφέρον να μάθει κανείς, εάν πρόκειται για τοπικά προϊόντα ή για εισαγωγές από μακρινές περιοχές. Τα τυπολογικά χαρακτηριστικά δεν είναι δυνατόν να δώσουν από μόνα τους μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Απαραίτητες είναι λοιπόν οι χημικές και φυσικές αναλύσεις.
  • Τα χάλκινα ευρήματα από τον Κουβαρά αναλύθηκαν στο πλαίσιο ενός διεπιστημονικού προγράμματος για την ανάλυση ελληνικών και ιταλικών ευρημάτων της ύστερης 2ης χιλιετίας π.Χ., που υποστηρίχθηκε οικονομικά από το INSTAP το 2007 και το 2008. Οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν στο Curt-Engelhorn-Zentrum für Archäometrie στο Mannheim στη Γερμανία. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν είναι η ανάλυση μέσω ακτίνων-X φθορισμού (EDXRF), για τη μέτρηση των κύριων χημικών στοιχείων και των ιχνοστοιχείων και η φασματομετρία με διέγερση πλάσματος (MC-ICP-MS) για τη μέτρηση των ισοτόπων του μολύβδου.
Αναλύθηκαν αντικείμενα από διάφορες ελληνικές περιοχές, όπως π.χ. την Αχαΐα, την Αργολίδα, την Αιτωλοακαρνανία, τη Νάξο και τη Ρόδο, καθώς και από τις ιταλικές περιοχές της Καλαβρίας, της Απουλίας, της Λομβαρδίας και του Veneto.
 Στόχος είναι να προσδιοριστεί η προέλευση του χαλκού που περιέχουν τα αντικείμενα, ώστε να προσεγγίσουμε ακολούθως τις περιοχές κατασκευής τους. Προϋπόθεση για να πετύχουμε τον στόχο αυτό είναι να μην υπάρχει κραματική προσθήκη μολύβδου.
 Στην μεγάλη πλειοψηφία των αντικειμένων από την Ελλάδα και την Ιταλία, τα οποία αναλύθηκαν, συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, διότι η περιεκτικότητα τους σε μόλυβδο είναι κάτω από 1 %62.

Οι αναλογίες των ισότοπων του μολύβδου του ξίφους τύπου F του Κουβαρά – όπως και η πλειοψηφία των μετανακτορικών αντικειμένων μυκηναϊκού τύπου – παραπέμπουν ξεκάθαρα σε μεταλλεύματα της Κύπρου63 (Εικ. 9).
  • Για το λόγο αυτό συμπεραίνουμε, ότι το παραπάνω ξίφος είναι ένα τοπικό προϊόν κατασκευασμένο με εισηγμένο από την Κύπρο χαλκό64. Η κνημίδα και ο τριποδικός λέβητας, όμως, δείχνουν αναλογίες των ισοτόπων του μολύβδου, οι οποίες αντιστοιχούν με εκείνες των κοιτασμάτων μολύβδου, αργύρου και χαλκού του Λαυρίου Αττικής65 (Εικ. 9).
Στην περίπτωση του λέβητα αυτό μάλλον οφείλεται στην αυξημένη περιεκτικότητα σε μόλυβδο (3,4 %· προερχόμενη είτε από κραματική προσθήκη είτε από ανακύκλωση), η οποία αλλοιώνει το αποτέλεσμα της ανάλυσης αφού επικαλύπτει το μόλυβδο του κοιτάσματος του χαλκού, έτσι ώστε δεν είναι πλέον δυνατόν να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα σχετικά με την προέλευση του τελευταίου66. Στην περίπτωση της κνημίδας όμως η εξήγηση αυτή δεν ισχύει εξαιτίας της χαμηλής τιμής του μολύβδου (0,43 %).

– 1 – Cruciform sword, Uluburun, shipwreck. Scale 1:3. After C. PULAK, The Uluburun Shipwreck, in ST. SWINY, R.L. HOHLFELDER, H. WYLDE SWINY (eds), Res maritimae. Cyprus and the Eastern Mediterranean from Prehistory to Late Antiquity, Proceedings of the Second International Symposium “Cities on the Sea”, Nicosia, Cyprus (October 18 – 22, 1994) (CAARI Monograph Series 1, Atlanta 1997), 248 fig. 17. – 2 – Sword of type F, Pylona on Rhodos, tomb 3. Scale 1:3. After E. KARANTZALI, The Mycenaean Cemetery at Pylona on Rhodes (BAR International Series 988, Oxford 2001), 174 fig. 42, 1348.
– 3 – Sword of type Ugarit, Ugarit, Royal Palace, Courtyard III. Scale 1:3. After C.F.-A. SCHAEFFER, Ugaritica III. Sceaux et cylindres hittites, épée gravée du cartouche de Mineptah, tablettes chypro-minoennes et autres découvertes nouvelles de Ras Shamra (Paris 1956), 172 fig. 124 : 5.
1-Ξίφος από το ναυάγιο στο Uluburun κοντά στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου 2-από την Ν.Ρόδο και 3- από το Ugarit

Για τέτοια αντικείμενα με τιμές μολύβδου κάτω του 1 % προτείνουμε μια ερμηνεία, η οποία στηρίζεται σε μετρήσεις ισοτόπων μολύβδου σε σκωρίες χαλκού από την Κύπρο καθώς και σε τάλαντα τύπου δέρματος βοδιού και κυκλικού-κυρτού σχήματος από το ναυάγιο του Uluburun67. Αυτές οι μετρήσεις έδειξαν ότι το ισοτοπικό πεδίο των μεταλλευμάτων της Κύπρου εκτείνεται πέρα από τις τιμές που γνωρίζαμε ως τώρα.
  • Επί του παρόντος, όλα τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι αυτά τα αντικείμενα συμπεριλαμβανομένης και της κνημίδας του Κουβαρά κατασκευάστηκαν με κυπριακό χαλκό68. Επομένως, τρία κτερίσματα του τάφου αυτού κατασκευάστηκαν πιθανότατα στην Ελλάδα: ο τριποδικός λέβητας, το ξίφος τύπου F και οι κνημίδες.
Στα διαγράμματα των ιχνοστοιχείων το ξίφος της ομάδας Naue II και το διμεταλλικό μαχαίρι από τον τάφο του Κουβαρά βρίσκονται στην περιοχή που καταλαμβάνουν τα αντικείμενα της βόρειας και κυρίως της νότιας Ιταλίας, τα οποία χρονολογούνται από την Μέση- αρχαιογνώμων- έως την Τελική Εποχή του Χαλκού (Εικ. 10). ωστόσο, οι αναλύσεις των ισοτόπων του μολύβδου δεν παρουσιάζουν

62  Για το όριο αυτό πρβ. Pernicka et al. 1984, 590. Δύο χάλκινα αντικείμενα από την Ελλάδα έχουν αυξημένη περιεκτικότητα σε μόλυβδο: μια αιχμή δόρατος από έναν θαλαμωτό τάφο στη Μιτόπολη-Προφήτη Ηλία με 5,2 % Pb· μια αιχμή δόρατος από την Καλλιθέα-Ραμπαντάνια με 4,5 % Pb. Λίγο αυξημένη περιεκτικότητα σε μόλυβδο έχουν άλλα τρία αντικείμενα από την Ελλάδα: μια κνημίδα από την Καλλιθέα-Ραμπαντάνια με 1,83 % Pb· ένα ξίφος Naue II από τα Σπαλιαρέικα με 1,71 % Pb · και ένα ξίφος Naue II από την Κρήνη-Άγιος Κωνσταντίνος με 1,5 % Pb.
63  Σύγκριση με μετρήσεις των Gale et al. 1997, 241–246 Tab. 2–4 και 6.
64  Από την Κύπρο είναι γνωστό ένα μόνο ξίφος τύπου F, το οποίο ερμηνεύεται ως εισαγωγή από την Ελλάδα (Matthäus 1985, 362 κ. ε. πίν. 140,1). Λόγω της μεγάλης συχνότητας του τύπου στην δυτική Ελλάδα (Eder 2001, 81 εικ. 26) καθώς και της συστηματικής χρήσης κυπριακού χαλκού για την κατασκευή χαλκών κατά την μετανακτορική περίοδο, η οποία τεκμηριώνεται από τις μετρήσεις του προγράμματος μας, δεν θεωρούμε πιθανή την υπόθεση, στην περίπτωση του ξίφους από τον Κουβαρά να πρόκειται για ένα εισαγμένο κυπριακό όπλο. Επιπλέον τα περισσότερα τάλαντα τύπου δέρματος βοδιού από την Σαρδηνία βρέθηκαν σε σύνολα σύγχρονα με την μετανακτορική εποχή του Αιγαίου. Για να φτάσουν στην κεντρική Μεσόγειο, πρέπει να έχουν περάσει από το Αιγαίο. Οι χημικές και ισοτοπικές αναλύσεις έδειξαν, ότι τα τάλαντα αυτά κατασκευάστηκαν από κυπριακό χαλκό, βλ. π. χ. Begemann et al. 2001· Lo Schiavo 2005, 404–407 εικ. 6.
65  Σύγκριση με μετρήσεις των Stos-Gale et al. 1996, 384 πίν. 2.
66  Η δειγματοληψία έγινε σε ένα από τα πόδια του λέβητα. Άμεσα συγκρίσιμα είναι τα αποτελέσματα αναλύσεων των περισσότερων ποδιών δύο τριποδικών λεβήτων από την Οικία του τάφου των τριπόδων στις Μυκήνες, των οποίων η περιεκτικότητα σε μόλυβδο κυμαίνεται ανάμεσα σε 3,07 % και 6,69 % (αναλύσεις με ατομική απορρόφηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, βλ. Mάγκου 1995). Το ποσοστό μολύβδου στο πόδι του τριποδικού λέβητα από τις ανασκαφές του Schliemann ανέρχεται μόνο σε 1,26 %, βλ. Magou et al. 1986, 126. 134 (αριθ. δείγματος 104).
67  Gale και Stos-Gale 2005, 121 εικ. 3· 123 εικ. 5· 126 εικ. 7.
68  Την ερμηνεία αυτή προτείναμε ήδη με αφορμή την αξιολόγηση αναλύσεων χάλκινων ευρημάτων από την Αχαΐα, βλ. Jung et al. 2008, 90 κ. ε. σημ. 35.

  
 

Εικ. 10. Διαγράμματα ιχνοστοιχείων από αρχαιολογικά ευρήματα του δεύτερου μισού της δεύτερης χιλιετίας π. Χ. από την Ιταλία και την Ελλάδα (αναλύσεις του Curt-Engelhorn-Zentrum für Archäometrie). Trace element diagrams of artifacts from the 2nd half of the 2nd millennium BCE from Italy and Greece (analysed at the Curt-Engelhorn-Zentrum für Archäometrie)


Εικ. 11. Μεταλλογραφικές φωτογραφίες της κρυσταλλικής δομής a. μιας χάλκινης κνημίδας από τον τάφο του Κουβαρά, b. μιας χάλκινης κνημίδας από το θαλαμωτό τάφο Α της Καλλιθέας–Ραμπαντάνια και c. του σώματος του χάλκινου τριποδικού λέβητα από τον τάφο του Κουβαρά (διεξήχθηκαν στο εργαστήριο VIAS). Micrograph of the microstructure of a. a bronze greave from the tomb of Kouvarás, b. a bronze greave from chamber tomb A at Kallithéa–Rambandánia, and c. the body of the tripod cauldron from the tomb of Kouvarás (carried out at the VIAS lab)

 

Εικ. 12. Διάγραμμα της σχέσης κέντρου βάρους και μάζας από χάλκινα ξίφη της ομάδας Naue II από την Ελλάδα και την Ιταλία και από χάλκινα ξίφη μυκηναϊκών τύπων από την Ελλάδα. Diagram showing the relationship between balance point and weight for Naue II bronze swords from Greece and Italy and for Mycenaean-type bronze swords from Greece

...ανάλογη εικόνα (Εικ. 9). Σε αυτό το διάγραμμα το ξίφος τύπου Allerona και το μαχαίρι τοποθετούνται λίγο χαμηλότερα από τις περισσότερες, διαθέσιμες ως σήμερα μετρήσεις σε ιταλικά ευρήματα. Τα χαρακτηριστικά όμως του υλικού του ξίφους και του μαχαιριού του Κουβαρά δεν συμφωνούν με αντικείμενα μυκηναϊκού τύπου.

Ένα ξίφος της ομάδας Naue II από την Αχαΐα και μια αιχμή ακοντίου ιταλικού τύπου από την Απουλία συγκρίνονται όμως καλά με τα δύο παραπάνω κτερίσματα του τάφου της Ακαρνανίας, τόσο όσον αφορά τις αναλογίες των ισότοπων του μολύβδου, όσο και τις περιεκτικότητες στα σημαντικά ιχνοστοιχεία. Επομένως μπορούμε να ορίσουμε μια μικρή ομάδα ευρημάτων, τα οποία περιέχουν χαλκό ίδιας προέλευσης (Εικ. 9: εντός της έλλειψης).
 Λόγω έλλειψης συγκρίσιμων μετρήσεων από μεταλλεύματα χαλκού δεν μπορούμε προς το παρόν να διατυπώσουμε υποθέσεις για την προέλευση του χαλκού αυτού. Τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν, ωστόσο, βάσιμες ενδείξεις, ότι το διακοσμημένο με χρυσό σύρμα ξίφος και το διμεταλλικό μαχαίρι είναι αντικείμενα που έχουν εισαχθεί στην Ακαρνανία.

Μικρά θραύσματα του σώματος του τριποδικού λέβητα και των κνημίδων του Κουβαρά εξετάστηκαν και με την μέθοδο της μεταλλογραφίας στο εργαστήριο του VIAS στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης (Εικ. 11, A. C). Για συγκριτικούς λόγους δείχνουμε επιπλέον ένα δείγμα από τις κνημίδες του τάφου Α της Καλλιθέας-Ραμπαντάνια στην Αχαΐα69 (Εικ. 11, B). Οι χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι οι χάλκινες κνημίδες από τις δύο παραπάνω θέσεις έχουν αυξημένες τιμές κασσίτερου, που ανέρχονται σε 14,0 % και 11,5 %. Πέρα από την αλλαγή του χρώματος, δηλαδή από το κοκκινωπό του χαλκού προς το χρυσό, ιδιαίτερης σημασίας είναι η σκληρυντική ιδιότητα του κασσίτερου στο κράμα του μπρούντζου, διότι στη μάχη οι κνήμες δεν προστατεύονταν από την ασπίδα.

Από τη σύγκριση της δομής των κρυστάλλων συμπεραίνουμε ότι στις παραπάνω κνημίδες το μέταλλο έχει υποστεί έντονη σφυρηλάτηση και ανόπτηση· η τελική σφυρηλάτηση εν ψυχρώ σκόπευε στην ακόμη περισσότερη σκλήρυνση του μετάλλου [ΣΣ Ανόπτηση ονομάζεται στη μεταλλουργία η θερμική κατεργασία στην οποία υποβάλλεται ένα μέταλλο ή κράμα, που έχει υποστεί κάποια κατεργασία π.χ. σφυρηλάτηση ή ενδοτράχυνση, προκειμένου στη συνέχεια υποβαλλόμενο σε ψύξη να βελτιωθεί η ευκαμψία του και να γίνει λιγότερο εύθρυπτο., δηλ. που τρίβεται εύκολα, που μετατρέπεται εύκολα σε θρύμματα ή σκόνη] (Εικ. 11, A. B).
Η περιεκτικότητα σε κασσίτερο μαζί με τη μεγάλη μεταμόρφωση έχουν ως αποτέλεσμα την υψηλή σκληρότητα του μετάλλου και έτσι την ανθεκτικότητά του ενάντια σε χτυπήματα. Η σκληρότητα ανέρχεται σε 120 και 144–160 βαθμούς της κλίμακας Vickers (ΣΣ βαθμονομημένη κλίμακα σκληρότητας  αντίστοιχα. Αυτό αντιστοιχεί στη σκληρότητα70 που έχει το ατσάλι, πριν υποστεί τη διαδικασία της σκλήρυνσης.

Σε αντίθεση με τις κνημίδες, το σώμα του λέβητα παρουσιάζει μεν μια σφυρηλατημένη δομή, αλλά στο τέλος της διαδικασίας της κατασκευής του υπέστη ανόπτηση (Εικ. 11, C). Αυτό το στάδιο της επεξεργασίας εξυπηρετούσε την εκτόνωση των μη επιθυμητών εντάσεων, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί από την ενδοτράχυνση κατά τη σφυρηλάτηση.
Μέσω του ηλεκτρονικού μικροσκόπιου σάρωσης ταυτίστηκαν και μη μεταλλικά εγκλείσματα. Σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται για σουλφίδια του χαλκού και σουλφίδια χαλκού και σιδήρου, εγκλείσματα χαρακτηριστικά για μέταλλο από χαλκοπυριτικά/πυριτικά κοιτάσματα, όπως εκείνα της Κύπρου71.


Χρυσή κύλιξ του 1200-1100 π.Χ. είναι το μοναδικό έως σήμερα εύρημα της περιόδου αυτής 

Πριν από την υιοθέτηση των ξιφών της ομάδας Naue II από την Ιταλία, τα μυκηναϊκά ξίφη των τύπων C, D, F και G (τυπολογία Sandars) χρησίμευαν κυρίως ως ξίφη νύξης72.  [ΣΣ Τα κτυπήματα  αυτά που γίνονται με την αιχμή του ξίφους (νύξεις)]
Με τα ξίφη του τύπου Cetona/Naue II, τύπος A, εισήχθηκαν περίπου στη μέση της ΥΕ ΙΙΙΒ περιόδου τα πρώτα ξίφη κοπής στο Αιγαίο73. 
Για να τεκμηριωθούν καλύτερα οι διαφορετικές χρήσεις των διαφόρων ξιφών μετρήσαμε σημαντικούς παράγοντες, όπως το μήκος, τη μάζα και το κέντρο βάρους και με βάση τις μετρήσεις συντάξαμε πεδία, τα οποία απεικονίζουν τη σχέση των διαφόρων αυτών παραμέτρων.

Πύλος  - Τοιχογραφία μυκηναϊκής περιόδου - Σκηνή μάχης με ξίφη νύξης 

Σε αυτά τα διαγράμματα74, από τα οποία απεικονίζουμε εδώ εκείνο της σχέσης ανάμεσα στο κέντρο βάρους και τη μάζα (Εικ. 12), φαίνεται με σαφήνεια η ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στα ξίφη νύξης των μυκηναϊκών τύπων από την μία και των μακρών ξιφών κοπής των τύπων Naue II A–C (ή Cetona και Allerona) από την άλλη. Το ξίφος τύπου Allerona από τον Κουβαρά εμφανίζεται ως ακραία περίπτωση ενός ξίφους κοπής, ενώ το ξίφος τύπου F του ίδιου τάφου είναι ένα κανονικό ξίφος νύξης.

Το ξίφος νύξης τύπου F του Κουβαρά 

Στο διάγραμμα φαίνεται επιπλέον, ότι με τα κοντύτερα ξίφη Naue II οι πολεμιστές επιστρέψανε σε ξίφη νύξης στην αρχή της Εποχής του Σιδήρου75, λίγο μετά την εποχή που έζησε ο πολεμιστής του Κουβαρά.

Ο εξαιρετικά πλούσιος κιβωτιόσχημος τάφος του Κουβαρά είναι αποκαλυπτικός ορισμένων ιδεολογιών που αποτυπώνονται στον τρόπο ενταφιασμού του πολεμιστή. Η χρυσή κύλικα παραπέμπει σε ένα παρελθόν με πλούτο, αν και παραμένει άγνωστη η σχέση του πολεμιστή με αυτό (πειρατεία, κληρονομική διαδοχή;). Ταυτόχρονα, η κύλικα μαζί με τον λέβητα αναδεικνύουν την

69  Yalouris 1960, 43. 45–47 Beil. 28· Giannopoulos 2008, 214–216.
70  Schumann 1991, 526 εικ. 4.222.
71  Πρβ. Gale et al. 1997, 241–246 πίν. 2.
72  Για πειράματα με ξίφη μυκηναϊκών τύπων βλ. Molloy 2008. 

73  Jung και Mehofer 2005–2006, 123–127· Jung 2009b, 136. 139. 
74  Jung et al. 2008, 94. 105 εικ. 8.
75  Πρόκειται για δύο ξίφη της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από τη Σταμνά. Για την άδεια μελέτης ευχαριστούμε θερμά τους Λάζαρο Κολώνα και Γιούλικα Χριστακοπούλου-Σωμάκου
.

...κοινωνική θέση του κατόχου τους, ενώ ο ποικίλος οπλισμός του, ο οποίος θα ήταν ανάμεσα στους πιο πλούσιους ακόμα και σε σύγκριση με αυτούς της προγενέστερης ΥΕ ΙΙΙΓ περιόδου, υποδηλώνει την ηγετική στρατιωτική του φύση και κατ’ επέκταση την πολιτική του δύναμη. Επιπλέον, τα κτερίσματα του τάφου του Κουβαρά φανερώνουν με εκπληκτικό τρόπο τις «διεθνείς», άμεσες ή έμμεσες, σχέσεις που είχε κατά το τέλος της Εποχής του Χαλκού η Ακαρνανία, μια περιοχή για την οποία η έρευνα είχε έως σήμερα ελάχιστα μόνο στοιχεία στη διάθεσή της.
 Οι σχέσεις ανάμεσα στη δυτική Ελλάδα και την Κύπρο, την οποία μαρτυρούν πρόσφατα κεραμικά ευρήματα από την Αχαΐα και την Ήλιδα, ακόμα και κατά τον όψιμο 12ο και 11ο αιώνα76, φαίνεται ότι ήταν τακτικές, όπως αποδεικνύει και η εισαγωγή χαλκού που για πρώτη φορά διαπιστώνεται στην Ακαρνανία. Το ξίφος τύπου Allerona καθώς και το διμεταλλικό μαχαίρι, το οποίο είναι μια περαιτέρω εξέλιξη του ιταλο-αλπινικού τύπου Matrei και ανήκει στην εποχή των πιο πρώιμων σιδερένιων μαχαιριών της Ιταλίας, αποτελούν ενδείξεις για επαφές της δυτικής Ελλάδας με τις απέναντι ακτές της Αδριατικής κατά τα υπομυκηναϊκά (ή πρώιμα πρωτογεωμετρικά) χρόνια. 
Το διακοσμημένο με χρυσό σύρμα ξίφος τύπου Allerona και το μαχαίρι με σιδερένια λεπίδα και ελεφαντοστέινη επένδυση της λαβής ήταν πολύτιμα, μοναδικά αντικείμενα, των οποίων ο τρόπος απόκτησης δεν μπορεί να προσδιοριστεί προς το παρόν με ακρίβεια. Είναι πολύ πιθανό, ωστόσο, να έχουν φτάσει στην κατοχή του πολεμιστή της Ακαρνανίας ως ξείνια δώρα ενός φίλου ηγέτη, περίπου με τον τρόπο που μας διηγείται ο Όμηρος για τον 8ο αι. π.Χ.

76  Πρβ. Papadopoulos 1985· Βικάτου και Καραγιώργης 2006· Eder 2006b, 568–570· Giannopoulos 2008, 160–166· Moschos 2009b, 375–379.




ΤΕΛΟΣ 

Είναι μέρος από τον  τόμο ATHANASIA 2012 αφιέρωμα   στον Νέστoρα της Κυπριακής Αρχαιολογίας καθηγητή Βάσο Καραγιώργη με συγγραφείς Μαρία Σταυροπούλου-Γάτση, Reinhard Jung, Mathias Mehofer





Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α 


Albanese Procelli, R.M. 1994. Considerazioni sulla necropoli di Madonna del Piano di Grammichele (Catania). Σε P. Gastaldi και G. Maetzke (εκδ.), La presenza etrusca nella Campania meridionale. Atti delle giornate di studio, Salerno – Pontecagnano, 16–18 novembre 1990. Biblioteca di Studi Etruschi 28, 153–169. Firenze: Leo S. Olschki Editore. 

Albanese Procelli, R.M. 2003. Sicani, Siculi, Elimi. Forme di identità, modi di contatto e processi di trasformazione. Milano: Longanesi. 

Avila, R.A. 1983. Bronzene Lanzen- und Pfeilspitzen der griechischen Spätbronzezeit. PBF V 1. München: Beck’sche Verlagsbuchhandlung. 

Bader, T. 1991. Die Schwerter in Rumänien. PBF IV 8. München: C.H. Beck’sche Verlagsbuchhandlung. 

Begemann, F., S. Schmitt-Strecker και E. Pernicka. 2001. Chemical Composition and Lead Isotopy of Copper and Bronze from Nuragic Sardinia. EJA 4: 43–85. 

Benzi, M. 1992. Rodi e la civiltà micenea. Incunabula Graeca XCIV. Roma: Gruppo Editoriale Internazionale. 

Bianco Peroni, V. 1970. Die Schwerter in Italien / Le spade nell’Italia continentale. PBF IV 1. München: C.H. Beck’sche Verlagsbuchhandlung. 

Βικάτου, Ο. και Β. Καραγιώργης. 2006. Κερατοειδές αγγείο κυπριακής απομίμησης από μυκηναϊκό νεκροταφείο της Ηλείας. RDAC: 155–168. 

Βοκοτοπούλου, Ι. 1971. Πρωτογεωμετρικά αγγεία εκ της περιοχής Αγρινίου. ArchDelt 24 Α´ 1969 (1971): 74–94. 

Borgna, E. 1992. L’arco e le frecce nel mondo miceneo. Atti della Accademia Nazionale dei Lincei, Classe di Scienze Morali, Storiche e Filologiche 389, Memorie Serie IX, Vol. II, Fasc. I. Rom: Accademia Nazionale dei Lincei. 

Buchholz, H.-G. 1962. Der Pfeilglätter aus dem VI. Schachtgrab von Mykene und die helladischen Pfeilspitzen. JdI 77: 1–58. 

Clausing, Ch. 2002. Geschnürte Beinschienen der späten Bronze- und älteren Eisenzeit. JRGZM 49: 149–187. 

Coldstream, J.N., και Η.W. Catling 1996. Knossos North Cemetery Early Greek Tombs. The British School of Athens Supplementary Vol. 

28. Stroud: The British School at Athens. 

Colonna, C. 2006. Necropoli dell’ultima età del bronzo nell’area padana. Per una loro cronologia relative. Fonti Archeologiche per la Protostoria Italiana 1. Lucca: Edizioni S. Marco Litotipo. 

Deger-Jalkotzy, S. 2008. Decline, Destruction, Aftermath. Σε C. W. 

Shelmerdine (εκδ.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, 387–415. Cambridge: Cambridge University Press. 

Demakopoulou, K., N. Divari-Valakou, P. Åström και G. Walberg. 2000–2001. Work in Midea 1997 – 1999 Excavation, Conservation,Restoration. OpAth 25–26: 35–52.

Dothan, T. 2002. Bronze and Iron Objects with Cultic Connotations from Philistine Temple Building 350 at Ekron. IEJ 52: 1–27. 

Douzougli, A., και J. K. Papadopoulos 2010. Liatovouni: A Molossian Cemetery and Settlement in Epirus. JdI 125: 1–87. 

Eder, B. 2001. Die submykenischen und protogeometrischen Gräber von Elis. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 209. Αθήνα: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. 

Eder, B. 2006a. Die spätbronze- und früheisenzeitliche Keramik. Σε 

H. Kyrieleis, Anfänge und Frühzeit des Heiligtums von Olympia, Die Ausgrabungen am Pelopion 1987–1996. OlForsch 31, 141–246. Berlin, New York: Walter De Gruyter. 

Eder, B. 2006b. The World of Telemachus: Western Greece 1200–700 BC. Σε S. Deger-Jalkotzy και I. S. Lemos (εκδ.), Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer. Edinburgh Leventis Studies 3, 549–580. Edinburgh: Edinburgh University Press. 

Eder, B. 2009. The Late Bronze Age / Early Iron Age Transition in Western Greece: Submycenaean Studies. Σε Deger-Jalkotzy, S., και 

A. Baechle (εκδ.), LH IIIC Chronology and Synchronisms III: LH IIIC Late and the Transition to the Early Iron Age. Proceedings of the International Workshop at the Austrian Academy of Sciences at Vienna, February 23rd and 24th, 2007. Veröffentlichungen der Mykenischen Kommission 30, 133–149. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. 

Eder, Β., και R. Jung. 2005. On the Character of Social Relations Between Greece and Italy in the 12th/11th Cent. BC. Σε R. Laffineur και E. Greco (εκδ.), Emporia. Aegeans in Central and Eastern Mediterranean. Proceedings of the 10th International Aegean Conference / 10e Rencontre égéenne internationale, Athens, Italian School of Archaeology, 14–18 April 2004. Aegaeum 25, 485–495. Liège: Université de Liège, University of Texas at Austin. 

Gale, N. H., Z. Stos-Gale, G. Maliotis και N. Annetts. 1997. Lead Isotope Data from the Isotrace Laboratory, Oxford: Archaeometry Data Base 4, Ores from Cyprus. Archaeometry 39: 237–246. 

Gale, N. H., και Z. A. Stos-Gale. 2005. Zur Herkunft der Kupferbarren aus dem Schiffswrack von Uluburun und der spätbronzezeitliche 

Metallhandel im Mittelmeerraum. Σε Ü. Yalçın, C. Pulak και R. Slotta (εκδ.). 2005. Das Schiff von Uluburun. Welthandel vor 3000 Jahren. Katalog der Ausstellung des Deutschen Bergbau-Museums Bochum vom 

15. Juli 2005 bis 16. Juli 2006, 117–131. Bochum: Deutsches Bergbau- Museum Bochum. 

Giannopoulos, Th.G. 2008. Die letzte Elite der mykenischen Welt. Achaia in mykenischer Zeit und das Phänomen der Kriegerbestattungen im 12.–11. Jahrhundert v. Chr. Universitätsforschungen zur prähistorischen Archäologie 152. Bonn: Dr. Rudolf Habelt GmbH. 

Harding, A. 1995. Die Schwerter im ehemaligen Jugoslawien. PBF IV 

14. Stuttgart: Franz Steiner Verlag. 

Χριστακοπούλου-Σωμάκου, Γ. Το νεκροταφείο της Σταμνάς και η Πρωτογεωμετρική περίοδος στην Αιτωλοακαρνανία (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών). 

Ιακωβίδης, Σ.Ε. 2006. Ανασκαφές Μυκηνών Ι. Η Βορειοδυτική Συνοικία. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 244. Αθήνα: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. 

Jung, R. 2006. Χρονολογία comparata. Vergleichende Chronologie von Südgriechenland und Süditalien von ca. 1700/1600 bis 1000 v. u. Z. Veröffentlichungen der Mykenischen Kommission 26. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. 

Jung, R. 2007. Goldene Vögel und Sonnen: ideologische Kontakte zwischen Italien und der postpalatialen Ägäis. Σε E. Alram και G. Nightingale (εκδ.), Keimelion. Elitenbildung und elitärer Konsum von der mykenischen Palastzeit bis zur homerischen Epoche / The Formation of Elites and Elitist Lifestyles from Mycenaean Palatial Times to the Homeric Period, Akten des internationalen Kongresses vom 3. bis 5. Februar 2005 in Salzburg, 219–255. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. 

Jung, R. 2009a. Pirates of the Aegean. Italy – the East Aegean – Cyprus at the end of the Second Millennium BC. Σε V. Karageorghis και O. Kouka (εκδ.), Cyprus and the East Aegean: Intercultural Contacts from 3000 to 500 BC. An International Archaeological Symposium held at Pythagoreion, Samos, October 17th–18th 2008, 72–93. Nicosia: A. G. Leventis Foundation. 

Jung, R. 2009b. I “bronzi internazionali” ed il loro contesto sociale fra Adriatico, Penisola balcanica e coste levantine. Σε Borgna, E., και P. Cassola Guida (εκδ.), Dall’Egeo all’Adriatico: organizzazioni sociali, modi di scambio e interazione in età postpalaziale (XII–XI sec. a. C.) 

/ From the Aegean to the Adriatic: Social Organisations, Modes of Exchange and Interaction in Postpalatial Times (12th–11th c. BC). Atti del Seminario internazionale (Udine, 1–2 dicembre 2006). Studi e ricerche di protostoria mediterranea 8, 129–157. Roma: Quasar. 


Fig. 1. 1 – Naue II sword from Ugarit. Scale 1:3 (drawing R. Jung, digitalization M. Frauenglas); 2 – Ugarit, Aegean-type knife. Scale 1:3, after N. SALIBY, Une tombe d’Ugarit découverte fortuitement en 1970, AAS 29–30 (1979–80), 136 fig. 27  

Jung, R. και M. Mehofer. 2005–2006. A Sword of Naue II Type from 
Ugarit and the Historical Significance of Italian-type Weaponry in the Eastern Mediterranean. Aegean Archaeology 8: 111–135.

Jung, R., I. Moschos και M. Mehofer. 2008. Φονεύοντας με τον ίδιο τρόπο: Οι ειρηνικές επαφές για τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας κατά τη διάρκεια των όψιμων μυκηναϊκών χρόνων. Σε Σ. Α. Παϊπέτης και Χ. Γιαννοπούλου (εκδ.), Πρακτικά /Proceedings: Πολιτισμική αλληλογονιμοποίηση νότιας Ιταλίας και δυτικής Ελλάδας μέσα από την ιστορία / Cultural Cross Fertilization of Southern Italy and Western Greece through History, 85–107. Πάτρα: Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος [χωρίς χρονολογία – 2008]. 

Karo, G. 1930. Schatz von Tiryns. AM 55: 119–140. 

Kilian, Κ. 1982. Ausgrabungen in Tiryns 1980. Bericht zu den Grabungen. AA: 393–430. 

Kilian-Dirlmeier, I. 1993. Die Schwerter in Griechenland (außerhalb der Peloponnes), Bulgarien und Albanien. PBF IV 12. Stuttgart: Franz Steiner Verlag. 

Kilian-Dirlmeier, I. 2000. Orientalia in Griechenland vom 13.–9. Jahrhundert v. Chr. Σε C. Işık (εκδ.), Studien zur Religion und Kultur Kleinasiens und des ägäischen Bereiches. Festschrift für Baki Öğün zum 75. Geburtstag. Asia Minor Studien 39, 151–163. Bonn: Dr. Rudolf Habelt GmbH. 

Κολώνας, Λ. υπό έκδοση. Βούντενη. Ένα σημαντικό μυκηναϊκό κέντρο της Αχαΐας. Αθήνα: Εκδόσεις ΤΑΠΑ. 

Koui, M., P. Papandreopoulos, E. Andreopoulou-Mangou, L. Papazoglou- Manioudaki, A. Priftaj-Vevecka, F. Stamati. 2006. Study of Bronze Age Copper-based Swords of Type Naue II and Spearheads from Greece and Albania. Mediterranean Archaeology and Archaeometry 6: 49–59. 

Kraiker, W., και K. Kübler. 1939. Kerameikos 1. Die Nekropolen des 12. bis 10. Jahrhunderts. Berlin: Walter de Gruyter. 

Krause, G. 1975. Untersuchungen zu den ältesten Nekropolen am Eridanos in Athen. Hamburger Beiträge zur Archäologie Beiheft 3. Hamburg: Heltmut Buske. 

Lemos, I.S. 2002. The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth Centuries BC. Oxford: University Press. 

Lo Schiavo, F. 2005. Metallhandel im zentralen Mittelmeer. Σε Ü. Yalçın, 

C. Pulak και R. Slotta (εκδ.). Das Schiff von Uluburun. Welthandel vor 3000 Jahren. Katalog der Ausstellung des Deutschen Bergbau-Museums Bochum vom 15. Juli 2005 bis 16. Juli 2006, 399–414. Bochum: Deutsches Bergbau-Museum Bochum. 

Magou, E., S. Philippakis και C. Rolley. 1986. Trépieds géométriques de bronze. Analyses complémentaires. BCH 110: 121–136. 

Mάγκου, E. 1995. Χημική ανάλυση. Σε Α. Α. Ωνάσογλου, Η οικία του τάφου των τριπόδων στις Μυκήνες. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 147, 50 κ. ε. Αθήνα: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. 

Maran, J. 2006. Coming to Terms with the Past: Ideology and Power in Late Helladic IIIC Σε S. Deger-Jalkotzy και I. S. Lemos (εκδ.), Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer. Edinburgh Leventis Studies 3, 123–150. Edinburgh: Edinburgh University Press. 

Μαστροκώστας, Ε. 1965. Αρχαιότητες και μνημεία Αιτωλοακαρνανίας. 

ArchDelt 18, 1963 (1965) 147 κ. ε. 

Matthäus, H. 1980. Die Bronzegefäße der kretisch-mykenischen Kultur. PBF II 1. München: C.H. Beck’sche Verlagsbuchhandlung. 

Matthäus, H. 1985. Metallgefäße und Gefäßuntersätze der Bronzezeit, der geometrischen und archaischen Periode auf Cypern mit einem Anhang der bronzezeitlichen Schwertfunde auf Cypern. PBF II 8. München: Beck’sche Verlagsbuchhandlung. 

Molloy, Β. 2008. Martial Arts and Materiality: a Combat Archaeology Perspective on Aegean Swords of the Fifteenth and Fourteenth Centuries BC. WorldArch 40: 116–134. 

Moschos, I. 2009a. Western Achaea during the Succeeding LH IIIC Late Period – the Final Mycenaean Phase and the Submycenaean Period. Σε Deger-Jalkotzy, S., και A. Baechle (εκδ.), LH IIIC Chronology and Synchronisms III: LH IIIC Late and the Transition to the Early Iron Age. Proceedings of the International Workshop at the Austrian Academy of Sciences at Vienna, February 23rd and 24th, 2007. Veröffentlichungen der Mykenischen Kommission 30, 235–288. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. 

Moschos. I. 2009b. Evidence of Social Re-Οrganization and Reconstruction at Late Helladic IIIC Achaea and Modes of Contacts and Exchange via the Ionian Sea and Adriatic Sea. Σε Borgna, E., και P. Cassola Guida (εκδ.), Dall’Egeo all’Adriatico: organizzazioni sociali, modi di scambio e interazione in età postpalaziale (XII–XI sec. 

a. C.) / From the Aegean to the Adriatic: Social Organisations, Modes of Exchange and Interaction in Postpalatial Times (12th–11th c. BC). Atti del Seminario internazionale (Udine, 1–2 dicembre 2006). Studi e ricerche di protostoria mediterranea 8, 345–414. Roma: Quasar. 

Mountjoy, P.A. 1976. Late Helladic IIIB1 Pottery dating the Construction of the South House at Mycenae. BSA 71: 77–111. 

Mountjoy, P.A. 1999. Regional Mycenaean Decorated Pottery. Rahden/ Westf.: Verlag Marie Leidorf. 

Mylonas Shear, I. 1987. The Panagia Houses at Mycenae. University Museum Monograph 68. Philadelphia: The University Museum. 

Ξανθουδίδης, Στ. Α. 1904. Εκ Κρήτης. ArchEph: 1–56. 

Pacciarelli, M. 2000. Dal villaggio alla città. La svolta protourbana del 1000 a.C. nell’Italia tirrenica. Grandi contesti e problemi della Protostoria italiana 4. Firenze: All’Insegna del Giglio. 

Pacciarelli, M. 2006. Sull’evoluzione dell’armamento in Italia peninsulare e Sicilia nel Bronzo tardo. Σε Studi di protostoria in onore di Renato Peroni, 246–260. Firenze: All’Insegna del Giglio. 

Pagliara, C., R. Guglielmino, L. Coluccia, I. Malorgio, M. Merico, 

D. Palmisano, M. Rugge and F. Minonne. 2008. Roca Vecchia (Melendugno, Lecce), SAS IX: relazione stratigrafica preliminare sui livelli di occupazione protostorici (campagne di scavo 2005–2006). Rivista di Scienze Preistoriche 58: 239–280. 

Papadimitriou, A. 2006. The Early Iron Age in the Argolid: Some New Aspects. Σε S. Deger-Jalkotzy και I. S. Lemos (εκδ.), Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer (Edinburgh Leventis Stud. 3), 531–547. Edinburgh: Edinburgh University Press. 

Papadopoulos, Th.J. 1978/79. Mycenaean Achaea. SIMA 55,1.2. Göteborg: Paul Åtröms Förlag. 

Papadopoulos, Th. J. 1985. The Problem of Relations Between Achaea and Cyprus in the Late Bronze Age. Σε Θεοδ. Παπαδόπουλος και Σ. Α. Χατζηστύλλης (εκδ.), Πρακτικά του Δευτέρου Διεθνούς Κυπριολογικού Συνεδρίου (Λευκωσία, 20–25 Απριλίου 1982), τόμ. Α΄, Αρχαίον Τμήμα, 141–148. Λευκωσία: Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών. 

Pare, Ch. 2008. Italian Metalwork of the 11th–9th Centuries BC and the Absolute Chronology of the Dark Age Mediterranean. Σε D. Brandherm και M. Trachsel (εκδ.), ANew Dawn for the Dark Age? Shifting Paradigms in Mediterranean Iron Age Chronology / L’âge obscur se fait-il jour nouveau? Les paradigmes changeants de la chronologie de l’âge du fer en Méditerranée. Union Internationale des Sciences Préhistoriques et Protohistoriques, Actes du XV congrès mondial (Lisbonne, 4–9 septembre 2006). BAR IS 1871, 77–101. Oxford: Hadrian Books Ltd. 

Pernicka, E., Th. C. Seeliger, G. A. Wagner, F. Begemann, S. Schmitt-Strecker, C. Eibner, Ö. Öztunali και I. Baranyi. 1984. Archäometallurgische Untersuchungen in Nordwestanatolien. JRGZM 31: 533–599. 

Πετρόπουλος, M. 2000. Μυκηναϊκό νεκροταφείο στα Σπαλιαρέϊκα των Λουσικών. Σε A.Δ. Ριζάκης (εκδ.), Αχαϊκό τοπίο ΙΙ. Δύμη και Δυμαία Χώρα / Paysages d’Achaïe II. Dymé et son territoire. Mελετήματα 29, 65–92. Αθήνα: Diffusion de Boccard. 

Richter, G. M. A. 1915. The Metropolitan Museum of Art: Greek, Etruscan and Roman Bronzes. New York: The Metropolitan Museum of Art. 

Rolley, C. 1975. Bronzes et bronziers des âges obscurs (XIIe–VIIIe siècle av. J.-C.). RA : 155–160. 


Ruppenstein, F. 2007. Die submykenische Nekropole – Neufunde und Neubewertung. Kerameikos 18. München: Hirmer Verlag. 

Salzani, L. 1989. Necropoli dell’Età del Bronzo Finale alle Narde di Fratta Polesine. Prima nota. Padusa 25: 5–42. 

Salzani, L. 1994. Nogara. Rinvenimento di un ripostiglio di bronzi in località «Pila del Brancón». Quaderni di Archeologia del Veneto 10: 83–94. 

Sandars, N.K. 1963. Later Aegean Bronze Swords. AJA 67: 117–153. 

Schmitt, H.-O. 2007. Die Angriffswaffen. Σε R.C.S. Felsch (εκδ.), Kalapodi. Ergebnisse der Ausgrabungen im Heiligtum der Artemis und des Apollon von Hyampolis in der antiken Phokis II, 423–551. Mainz: Philipp von Zabern. 

Schumann, H. 1991. Metallographie. Leipzig: Deutscher Verlag für Grundstoffindustrie. 

Sherratt, S. 1994. Commerce, Iron and Ideology: Metallurgical Innovation in 12th–11th Century Cyprus. Σε V. Karageorghis (εκδ.), Proceedings of the International Symposium Cyprus in the 11th Century B. C. Organized by The Archaeological Research Unit of the University of Cyprus and The Anastasios G. Leventis Foundation, Nicosia 30–31 October, 1993, 59–106. Nikosia: A. G. Leventis Foundation. 

Souyoudzoglou-Haywood, C. 1999. The Ionian Islands in the Bronze and Early Iron Age 3000–800 BC. Liverpool: Liverpool University Press. 

Σταυροπούλου-Γάτση, Μ. 2008. Τοπωνυμικές επιβιώσεις για την Ομηρική Ιθάκη στην Αιτωλοακαρνανία και αρχαιολογικά τεκμήρια για την μυκηναϊκή εποχή. Σε Χ. Παπαδάτου-Γιαννοπούλου (εκδ.), Διεθνές συνέδριο αφιερωμένο στον Wilhelm Dörpfeld υπό την αιγίδα 
του Υπουργείου Πολιτισμού, Λευκάδα, 6–11 Αυγούστου 2006. Πρακτικά συνεδρίου, 373–388. Πάτρα: Εκδόσεις περί τεχνών. 

Stos-Gale, Z.A., N. H. Gale και N. Annetts. 1996. Lead Isotope Data from the Isotrace Laboratory, Oxford: Archaeometry Data Base 3, Ores from the Aegean, Part 1. Archaeometry 38: 381–390. 

Verdelis, Ν. 1963. Neue geometrische Gräber in Tiryns. AM 78: 1–62. 

Weninger, B., και R. Jung. 2009. Absolute Chronology of the End of the Aegean Bronze Age. Σε Deger-Jalkotzy, S., και A. Baechle (εκδ.), LH IIIC Chronology and Synchronisms III: LH IIIC Late and the Transition to the Early Iron Age. Proceedings of the International Workshop at the Austrian Academy of Sciences at Vienna, February 23rd and 24th, 2007. Veröffentlichungen der Mykenischen Kommission 30, 373–416. Wien: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften. 

Willemsen, F. 1957. Dreifusskessel von Olympia. OlForsch 3. Berlin: Walter de Gruyter & Co. 

Yalouris, N. 1960. Mykenische Bronzeschutzwaffen. AM 75: 42–67. 


Zanini, A. 2005. L’immanicatura in avorio dall’acropoli A delle Sparne (Pitigliano-Grosseto). Σε L. Vagnetti, M. Bettelli και I. Damiani (εκδ.), L’avorio in Italia nell’età del bronzo. Incunabula Graeca 102, 85–91. Roma: Istituto di Studi sulle Civiltà dell’Egeo e del Vicino Oriente. 

Ζάχος, Κ.Λ. 2009. Ταφικά έθιμα. Σε Κ.Λ. Ζάχος (εκδ.), Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, 95–115. Ιωάννινα: ΙΒ´ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων [χωρίς χρονολογία, 2009]. 

Ωνάσογλου, Α. Α. 1995. Η οικία του τάφου των τριπόδων στις Μυκήνες. Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 147. Αθήνα: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. 


ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Κρητολογικών Σπουδών

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MEDITERRANEAN ARCHAEOLOGICAL SOCIETY


 Φωτ- Επικουρία- Διευθετήσεις- Γραφ. απόδοση    ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ


   2   


Οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι της Αιτωλοακαρνανίας 

 Διάλεξη στο αμφιθέατρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου τον  Ιανουάριο 2014


Οι τρεις μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι στον Άγιο Ηλία Ιθωρίας, τοποθεσία που βρίσκεται ανατολικά του Αχελώου και βορειοδυτικά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, θα βρεθούν σήμερα στο επίκεντρο διάλεξης της αρχαιολόγου Ιλεάνας Σιώρη, που θα δοθεί στις 6 το απόγευμα, στο αμφιθέατρο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου [Τοσίτσα 1, Αθήνα].

Κατασκευασμένοι αριστοτεχνικά 


Οι τάφοι αυτοί, καθώς και άλλοι δύο – ένας, επίσης, θολωτός και ένας θαλαμωτός που σήμερα δεν σώζονται - είχαν ανασκαφεί το 1963 από τον αρχαιολόγο Ευθύμιο Μαστροκώστα, για λογαριασμό της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Σχετικά μικροί, με διάμετρο από 2,38 μ. έως 5,27 μ., είναι τόσο αριστοτεχνικά κατασκευασμένοι που προκαλούν εντύπωση, ιδίως επειδή θεωρείται ότι η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας ήταν απομακρυσμένη από τα μυκηναϊκά κέντρα. Ωστόσο, είναι τόσο όμοιοι ως προς το ψευδοϊσοδομικό τους σύστημα, ώστε να θεωρείται ότι τους έκτισαν τα ίδια συνεργεία.

Σημαντικός σταθμός του εμπορίου των Μυκηναίων


Όπως αναφέρει η κα. Σιώρη, η περιοχή του Αγίου Ηλία Ιθωρίας θα πρέπει να ήταν ένας σημαντικός σταθμός του εμπορίου των Μυκηναίων προς τον βορρά (για την προμήθεια χαλκού, κασσίτερου, χρυσού και ήλεκτρου), είτε αυτό διεξαγόταν από τη θάλασσα είτε από την ξηρά. Ενδεχομένως, το λιμάνι του να χρησίμευε ως τελευταίος σταθμός για τα εμπορικά πλοία που κατευθύνονταν από τον Πατραϊκό Κόλπο προς την Ιταλία ή προς τη βόρεια Αδριατική.


Σίγουρα θα χρησίμευε και για μεταφορτώσεις ξυλείας, κτηνοτροφικών προϊόντων και άλλου είδους εμπορευμάτων.

Πολύτιμα ευρήματα


Παρά το γεγονός ότι οι τάφοι είχαν συληθεί ήδη από την αρχαιότητα, τα ευρήματά τους, που χρονολογούνται μεταξύ 1500 και 1060 π. Χ., είναι πολύτιμα. Εκτός από κεραμικά και χάλκινα, υπάρχουν και είδη από εισηγμένα υλικά, όπως ελεφαντόδοντο, χρυσό, κορναλίνη, φαγεντιανή, αιγυπτιακά αντικείμενα, ίσως και ορισμένα μινωικά, κάτι που αποδεικνύει τις εμπορικές και άλλες σχέσεις με την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Θα πρέπει, λοιπόν, οι ηγεμόνες της περιοχής να είχαν συλλέξει αμέτρητους θησαυρούς, επομένως θα είχαν και δύναμη και επιρροή και εξουσία.


Επειδή τη μυκηναϊκή εποχή, συνήθως, η κοινωνικοοικονομική διοίκηση εξαρτιόταν από κάποιο ηγεμονικό κέντρο, εξετάζεται η περίπτωση οι άρχοντες του Αγίου Ηλία να ασκούσαν κάποιου είδους έλεγχο στην περιοχή και ίσως να καθοδηγούσαν, έως ένα σημείο, και τα συνεργεία των τεχνιτών.