image1 image2 image3

Kαλως ορισατε|Στην σελιδα|Για το χωριο μας|Φυτειες

΄΄Αχ ρημάδα ξενυτιά΄΄



΄΄Αχ ρημάδα ξενυτιά΄΄
Ο άκαρδος άνεμος της μετανάστευσης τους πήρε μακριά από τον αγαπημένο τόπο τους.
Μακριά από όσους αγάπησαν και αγαπούν, γιατί η ανάγκη της επιβίωσης και της δημιουργίας των συνθηκών για μια καλλίτερη ζωή αποδείχθηκε δυνατότερη.
Μια βόλτα στα χωριά , μαρτυράει πως ήταν πριν και πως ερήμωσαν τώρα.
Πως έσφυζαν από ζωή πριν μερικά χρόνια και πως απέμειναν σήμερα μόνο άδεια, ερειπωμένα σπίτια.
Κάποτε τα χωριά διέθεταν μεγάλα Σχολεία, καφενεία και οι Εκκλησίες γέμιζαν από πιστούς.
Οι ατελείωτοι αιωνόβιοι αειθαλείς ελαιώνες, ήταν γεμάτοι από εργάτες που μάζευαν τον καρπό για το ευλογημένο λάδι της ελιάς.
Σήμερα τριγύρω μόνο ερείπια.
Μέσα από τους χωμάτινους και πέτρινους τοίχους, όπου ζούσαν αρχοντικές οικογένειες, ξεπροβάλουν κλαδιά συκιάς, κάπαρης, δάφνης και καμιά ξεχασμένη κληματαριά.
Οι περιποιημένες και ασπρισμένες αυλές, με τον ευωδιαστό δυόσμο και τον βασιλικό, με τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές, χάθηκαν και στη θέση τους φυτρώνουν αφιλόξενα αγκάθια.
Ωστόσο οι απανταχού ξενιτεμένοι μας από όλα τα χωριά δεν ξέχασαν την πατρίδα τους.
Κάθε χρόνο έρχονται από την Αυστραλία, από την Αμερική από παντού για να λάβουν μέρος σε γιορτές και πανηγύρια Εκκλησιών, που έχουν την τιμητική τους.
Συγκεντρώνονται και συναντιούνται συγχωριανοί από τα πέρατα του κόσμου που είχαν να ειδωθούν χρόνια. Από την Αμερική ως την Αυστραλία, από την νότιο Αφρική ως το Βέλγιο και από την Βραζιλία ως την Γερμανία, όλοι οι οικονομικοί μετανάστες μεγαλούργησαν εκεί μακριά στα πικρά ξένα.
Όπως ο συμπατριώτης μας μπαρμπα Νίκος Φουρνέλης και πολλοί άλλοι αγαπητοί ομογενείς μας.
Ο Σεπτέμβρης τους καλεί για επιστροφή στις εστίες τους, εκεί όπου τους περιμένει η οικογένεια, τα παιδιά και τα εγγόνια τους, καθώς και οι περιούσιες τους που με τόσο κόπο δουλειάς κατάφεραν να χτίσουν.
Την μεταπολεμική εποχή, υπερωκεάνια όπως το ‘Πατρίς’, φόρτωναν χιλιάδες μετανάστες από όλη την ρημαγμένη από τον πόλεμο Ελλάδα και τους πήγαιναν ‘σε άγνωστα μέρη με βάρκα την ελπίδα’.
Όλοι κουβαλούσαν σε μια βαλίτσα την φτώχεια και την ανέχεια τους, ελπίζοντας εργαζόμενοι σκληρά να απαλλαχθούν από αυτήν την μιζέρια.
Οι δυσκολίες στην γλώσσα και στην ρατσιστική συμπεριφορά που αντιμετώπισαν ήταν αμέτρητες.
Σήμερα τα Υπερατλαντικά Αεροπλάνα μεταφέρουν σε λίγες ώρες τους ξενιτεμένους μας πίσω στην πατρίδα για λίγες μέρες ώστε να βρεθούν ξανά κοντά στο χωριό τους στο μισογκρεμισμένο τους σπίτι, στους φίλους και συγγενείς τους, όσους βρίσκονται στη ζωή.
Να χορέψουν τα παλιά δημοτικά τους τραγούδια.
Να καθίσουν κάτω από την κληματαριά με συντροφιά δροσερό καρπούζι και μελωμένο πεπόνι ή ολόγλυκα σύκα.
Ύστερα φιλιά, δάκρυα και εναγκαλισμοί αποχαιρετισμού, πικρού αποχωρισμού με την ευχή να είναι καλά μακριά εκεί στα ξένα και να ξαναδούνε του δικούς τους.

Share this:

CONVERSATION