Στην παλιά εποχή, στα χωριά στις γειτονιές των πόλεων και τις συνοικίες, έδιναν κι έπαιρναν οι μικροπωλητές, οι οποίοι διαλαλούσαν το έμπορευμά τους κι έδιναν χρώμα και πανηγυρικό τόνο σ’ αυτές. Είχαν ορισμένη ώρα που θα περνούσαν κι έτσι διευκόλυναν την νοικοκυρά.

Ο μανάβης της χορηγούσε τα’ αναγκαία τρόφιμα, φρέσκα και τρυφερά. Ο γαλατάς, που πέρναγε πρωί, της έφερνε το γάλα φρέσκο κι αγνό, αν και κάπου-κάπου το νέρωνε. Το άρμεγε τη νύχτα και το έβαζε σε δυο μεγάλα δοχεία τσίγγινα, που το φόρτωνε στο γαϊδούρι.



Άλλος πωλητής ήταν ο παγοπώλης, που τριγυρνούσε στις γειτονιές με το κάρο και προμήθευε τη νοικοκυρά κολώνες πάγο. Σήμερα, το παλιό ψυγείο το αντικατέστησε το ηλεκτρικό κι η νοικοκυρά σώθηκε από πολλές σκοτούρες του παλιού.


Άλλος πάλι πωλητής ήταν ο καρβουνιάρης. Πωλούσε κάρβουνα που τα είχε σε τσουβάλια, πάνω σ’ ένα καρότσι.



Άλλοι από τους πωλητάδες ήταν ο «πραματευτής» κι ο εμποράκος που πουλούσαν σεντόνια, πετσέτες, κλωστές, καρφίτσες και γενικότερα είδη εμπορικού. Ακόμα, από τις γειτονιές περνούσαν τακτικά κι οι τεχνίτες, όπως ο «γανωτζής» ο «παπλωματάς, ο ‘γύφτος, που επισκεύαζε καρέκλες κλπ.


Έτσι οι γειτονιές, μέσα σ’ αυτό το πανηγύρι των διαλαλητών, έπαιρνε μια όψη γιορτινή.

Πηγη: nikos pappas paradosi