Πανηγύρια για ------- τα πανηγύρια

 

Πανηγύρια… άλλες εποχές, άλλα νταούλια

Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Τώρα που ξεκάμπησε για τα καλά το καλοκαιράκι, άρχισαν πάλι τα πανηγύρια. Στα χωριά, στις κωμοπόλεις, ακόμα και στις πόλεις. Μόνο που, αν περιμένεις να ζήσεις ό,τι ζούσαμε κάποτε, καλύτερα να πάρεις μαζί και μια χρονομηχανή.

Ξέχνα την παραγγελιά, το διπλοκάγκελο, την παπαδιά στα ποτήρια για τον μερακλή, τον Οσμαντάκα με την κομπανία και τα κλαρίνα να αναστενάζουν. Ξέχνα τα καζάνια με την προβατίνα και το ρύζι, τις μανάδες να καμαρώνουν τις θυγατέρες και τους προξενητάδες να δουλεύουν υπερωρίες. Αυτά πέρασαν. Σήμερα, αν γίνει κανένα προξενιό, θα γίνει μέσω κινητού και με emoji.

Τώρα καταφτάνει η «ζυγιά» με κάτι μηχανήματα που, άμα τα δεις από μακριά, λες πως ήρθε συνεργείο να ψήσει αρνιά. Τα ηχεία έχουν τόσα ντεσιμπέλ που ακούει το πρόγραμμα και το διπλανό χωριό, χωρίς να χρειαστεί να έρθει στο πανηγύρι.

Ύστερα ανεβαίνει στην πίστα η φίρμα. Αρχίζουν τα τραγούδια με στίχους που ούτε ο ποιητής δεν καταλαβαίνει τι ήθελε να πει, ενώ η νεολαία χορεύει με τέτοια αφοσίωση που λες και εκτελεί αρχαία τελετουργία. Εγώ, ο κακομοίρης, ψάχνω να βρω πού χάθηκε το τσάμικο και πότε αντικαταστάθηκε από το... «πάρε το Scania και άντε στο καλό».

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει αυτό και ακούς το άλλο αριστούργημα:
«Μείνε μαζί μου, έγκυος είμαι, πολύ φερέγγυος».

Εκεί δεν ξέρεις αν πρέπει να χορέψεις, να γελάσεις ή να τηλεφωνήσεις σε δικηγόρο οικογενειακού δικαίου.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακολουθεί το «Σφάλμα έπεσες, καρδιά μου». Εγώ πάλι νόμιζα πως είχε κολλήσει το κινητό και μου έβγαζε μήνυμα από εφαρμογή.

Από τη Νεάπολη Λακωνίας μέχρι το Σουφλί, όπου έτυχε να βρεθώ σε πανηγύρια, πάνω-κάτω τα ίδια άκουγα. Δεν λέω· και στη δική μας εποχή υπήρχαν τα ινδικά της «Ναρκίς». Όμως τα τραγουδούσε η Βούλα Πάλλα και κάτι έμενε στην ψυχή. Αργότερα ήρθαν οι μεγάλες λαϊκές φωνές και έδωσαν άλλη πνοή ακόμη και στα δημοτικά. Είχαν μεράκι, όχι μόνο ντεσιμπέλ.
Μια φορά, σε πανηγύρι στον Μοριά, παρήγγειλα έναν τοπικό σκοπό. Η κομπανία με κοιτούσε λες και τους ζήτησα να παίξουν συμφωνία του Μπετόβεν με γκάιντα.

Θυμάμαι και μια κουβέντα στην Ομόνοια, σ' ένα καφενείο γεμάτο μουσικούς. Λέω σ' έναν σπουδαίο τραγουδιστή από τα μέρη μας:
«Με τέτοια φωνή, γιατί τραγουδάς αυτά τα νοθευμένα; Αν κρατούσες το ίσιο μονοπάτι, θα ήσουν δεύτερος Ξυλούρης.»
Με κοίταξε, χαμογέλασε πικρά και μου είπε:
— Και ποιος θα πλήρωνε το νοίκι; Ο Ξυλούρης;
Εκεί κατάλαβα πως είχε τη δική του αλήθεια. Εμείς αγαπάμε την παράδοση· εκείνοι προσπαθούν να ζήσουν από αυτήν. Δεν είναι πάντα το ίδιο.

Κάποτε ρώτησα και τον μπάρμπα Μήτσο, έναν γέρο θυμόσοφο, τι είναι γνήσιο δημοτικό τραγούδι.
Μου λέει:
— Γάκο, αν δεν έχεις φάει μπομπότα, αν δεν έχεις αρμέξει γίδια και αν δεν σε έχει πιάσει η βροχή στο βουνό, πώς θα καταλάβεις αυτά τα τραγούδια;

Δεν του απάντησα. Γύρισα σπίτι, έβαλα στο πικάπ τους Χαλκιάδες, τον Καρακώστα και τον Βάιο Μαλλιάρα, φόρεσα τα ακουστικά και είπα από μέσα μου:
«Άντε, μπάρμπα… εσύ κράτα τις αναμνήσεις σου κι εγώ άσε με να ακούσω λίγη Ελλάδα, πριν τη σκεπάσει το subwoofer.»




Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης

Original εδω: https://romiazirou.blogspot.com/

No comments

Powered by Blogger.