Από το «παγκύρι» στο «whiskey on the rocks» !!!
Υπάρχουν πράγματα που δεν είναι συνηθισμένες στιγμές στο χρόνο. Είναι έντονες αναμνήσεις. Είναι βιώματα ζωής, εικόνες μιας άλλης εποχής, άνθρωποι, μυρωδιές, μουσικές, παρέες και στιγμές που, όσο περνούν τα χρόνια, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Ένα από αυτά είναι και το πανηγύρι του χωριού.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία τα γνωρίσαμε αλλιώς. Πιο απλά, πιο ελεύθερα, πιο αυθόρμητα και, κυρίως, πιο παραδοσιακά. Δεν χρειαζόταν να τηλεφωνήσεις εβδομάδες πριν για να «κλείσεις τραπέζι». Πήγαινες με την παρέα σου και καθόσουν όπου έβρισκες. Ένα τραπέζι, μερικές καρέκλες, οι μπύρες μας, τα αναψυκτικά όταν ήμασταν μικρότεροι, το κρασάκι των μεγαλύτερων και, για κάποιους, ένα ούζο.
Και ήταν αρκετό.
Το πανηγύρι δεν χρειαζόταν να σου αποδείξει ότι είναι «μεγάλο». Ήταν μεγάλο επειδή ήταν του χωριού.
Αρκετά παλιότερα, μάλιστα, το «παγκύρι», όπως το έλεγαν σε πολλά μέρη της ελληνικής επαρχίας, αποτελούσε έναν από τους ελάχιστους τρόπους οργανωμένης διασκέδασης. Ήταν μια πραγματική κοινωνική συνάντηση. Εκεί θα συναντούσες τον συγχωριανό, τον γείτονα, τον συγγενή που είχε φύγει στην πόλη, τον ξενιτεμένο που είχε επιστρέψει για λίγες ημέρες, αλλά και τον επισκέπτη από το διπλανό χωριό.
Και ακόμη και ο χορός είχε τη δική του διαδικασία. Δεν σηκωνόταν ο καθένας όποτε ήθελε να καταλάβει την πίστα. Υπήρχε σειρά, υπήρχε αναμονή, υπήρχε εκείνο το μικρό χαρτάκι προτεραιότητας που έπαιρνες ανάλογα με την ώρα που είχες έρθει. Μπορεί σήμερα να μας φαίνεται παράξενο, όμως τότε αποτελούσε μέρος της ίδιας της εμπειρίας.
Ήταν διαφορετικοί οι άνθρωποι και διαφορετική η εποχή.
Από την παρέα στο «κλείσαμε τραπέζι»
Κάπου στην πορεία, όμως, το πανηγύρι άρχισε να αλλάζει.
Η τηλεόραση, η μετανάστευση, η αστικοποίηση, η οικονομική ανάπτυξη, η αλλαγή των κοινωνικών συνηθειών και αργότερα το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έφεραν έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο διασκέδασης.
Σήμερα έχουμε αμέτρητες επιλογές.
Μπορούμε από το κινητό μας να ακούσουμε όποια μουσική θέλουμε, να παρακολουθήσουμε όποιο πρόγραμμα θέλουμε, να παραγγείλουμε σχεδόν οτιδήποτε και να το έχουμε στην πόρτα μας λίγο αργότερα.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να αλλάξει και το πανηγύρι.
Μόνο που σε αρκετές περιπτώσεις δεν άλλαξε απλώς.
Μεταλλάχθηκε.
Το αυθόρμητο «πάμε στο πανηγύρι» έγινε «έχεις κλείσει τραπέζι;».
Η παρέα που καθόταν όπου έβρισκε έγινε τραπέζι με συγκεκριμένη θέση.
Το κρασί, η μπύρα και το ούζο έδωσαν σε πολλές περιπτώσεις τη θέση τους σε ένα διαφορετικό μοντέλο κατανάλωσης και επίδειξης.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το περίφημο:
«Whiskey on the rocks with Coca-Cola, που πάει με όλα!»
Όταν η διασκέδαση έγινε επίδειξη
Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς τη νέα εικόνα.
Κιβώτια με «σαμπάνιες» των δύο ευρώ, φιάλες που ανοίγουν με τυμπανοκρουσίες, ουίσκι που σερβίρεται με εντυπωσιακό τρόπο, ακόμη και μπουκάλια που παίρνουν φωτιά πάνω στα τραπέζια.
Και δίπλα, τα παιδιά που εργάζονται για ένα μεροκάματο να τρέχουν ασταμάτητα.
Να κουβαλούν κιβώτια.
Να μεταφέρουν πιάτα.
Να μαζεύουν άδεια μπουκάλια.
Να εξυπηρετούν τραπέζια.
Να μεταφέρουν με καρότσια ή ακόμη και με κλαρκ ολόκληρες στοίβες από σκεύη για το γνωστό «σπάσιμο».
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, καλάθια με λουλούδια, παραγγελίες, φιάλες, κατανάλωση και μια διαρκής προσπάθεια να δημιουργηθεί εντύπωση.
Η παραδοσιακή γιορτή μοιάζει σε αρκετές περιπτώσεις να έχει αρχίσει να θυμίζει νυχτερινό κέντρο μεταφερμένο στην πλατεία ενός χωριού.
Και τότε γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα:
Χρειαζόταν πραγματικά το πανηγύρι να γίνει αυτό;
Βεβαίως, υπάρχει μια σημαντική διαφορά.
Όταν ένα πανηγύρι διοργανώνεται από έναν ιδιώτη, είναι λογικό να υπάρχει οικονομικός στόχος. Μια επιχείρηση υπάρχει για να έχει έσοδα. Η εμπορικότητα, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της παράδοξο.
Το ερώτημα γίνεται πολύ πιο ουσιαστικό όταν μιλάμε για πολιτιστικούς συλλόγους.
Ο πολιτιστικός σύλλογος, τουλάχιστον θεωρητικά, έχει έναν διαφορετικό ρόλο.
Να διατηρεί τη μνήμη.
Να προστατεύει την παράδοση.
Να μεταφέρει στα παιδιά και στους νέους στοιχεία του πολιτισμού του τόπου.
Να κρατά ζωντανά τα τραγούδια, τους χορούς, τα έθιμα και τις ιστορίες.
Να δημιουργεί μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και στο αύριο.
Αν όμως η εκδήλωση ενός πολιτιστικού συλλόγου καταλήγει να αντιγράφει σχεδόν αυτούσιο το μοντέλο ενός νυχτερινού κέντρου της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης, τότε δικαιολογημένα τίθεται το ερώτημα:
Πού ακριβώς βρίσκεται η πολιτιστική της ιδιαιτερότητα;
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να γυρίσουμε δεκαετίες πίσω.
Ούτε ότι το πανηγύρι πρέπει να παραμείνει μουσειακό έκθεμα.
Η παράδοση, άλλωστε, δεν είναι κάτι ακίνητο. Ζει επειδή εξελίσσεται.
Όμως άλλο εξέλιξη και άλλο αντιγραφή.
Άλλο να προσαρμόζεις μια παράδοση στη σύγχρονη εποχή και άλλο να την αντικαθιστάς με ένα έτοιμο μοντέλο διασκέδασης που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε.
Πρέπει να γυρίσουμε πίσω;
Όχι.
Κανείς δεν μπορεί ούτε πρέπει να ζητήσει από τους ανθρώπους να διασκεδάζουν όπως το 1960 ή το 1970.
Οι εποχές αλλάζουν.
Οι ανάγκες αλλάζουν.
Οι άνθρωποι αλλάζουν.
Και το πανηγύρι θα αλλάζει μαζί τους.
Αυτό που αξίζει να αναρωτηθούμε, όμως, είναι τι θέλουμε να κρατήσουμε από αυτό.
Γιατί μπορεί να υπάρχει και ο σύγχρονος ήχος και η παραδοσιακή μουσική.
Μπορεί να υπάρχει οργανωμένο τραπέζι χωρίς να μετατρέπεται η πλατεία σε πίστα νυχτερινού κέντρου.
Μπορεί να υπάρχει φαγητό και ποτό χωρίς η κατανάλωση να γίνεται αυτοσκοπός.
Μπορεί να υπάρχει νέος κόσμος χωρίς να εξαφανίζεται ο ηλικιωμένος.
Μπορεί να υπάρχει εμπορικότητα χωρίς να εξαφανίζεται η παράδοση.
Και κυρίως, μπορεί να υπάρχει διασκέδαση χωρίς επίδειξη.
Γιατί στο τέλος αυτό μένει
Οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται τα πανηγύρια όχι για το πόσες φιάλες άνοιξαν.
Δεν θυμούνται πόσο κόστιζε το τραπέζι.
Δεν θυμούνται πόσα πιάτα έσπασαν.
Δεν θυμούνται πόσα καλάθια λουλούδια πέρασαν πάνω από τα κεφάλια.
Θυμούνται με ποιον κάθισαν.
Θυμούνται ποιος έπαιζε μουσική.
Θυμούνται το τραγούδι που χόρεψαν.
Θυμούνται τον φίλο που είχαν χρόνια να δουν.
Θυμούνται τον πατέρα, τη μητέρα, τον παππού ή τη γιαγιά τους να κάθονται δίπλα τους.
Θυμούνται την πλατεία γεμάτη κόσμο.
Θυμούνται εκείνη την αίσθηση ότι, για μια βραδιά, όλο το χωριό ήταν μια παρέα.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η ουσία του πανηγυριού.
Όχι να δείξεις τι έχεις.
Αλλά να χαρείς αυτό που έχεις.
Την παρέα, τον τόπο, τη μουσική, τη μνήμη και τους ανθρώπους του.
Γιατί το πανηγύρι μπορεί να εκσυγχρονιστεί.
Μπορεί να αλλάξει.
Μπορεί να αποκτήσει καινούργια μουσική, καινούργιο εξοπλισμό και καινούργιες συνήθειες.
Ας μην χάσει όμως αυτό που το έκανε πανηγύρι.
Την απλότητα. Την αυθορμησία. Την κοινότητα. Και πάνω απ’ όλα, την ψυχή του χωριού.
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το διαδίκτυο .
https://veloutsanews.blogspot.com
Leave a Comment